ΠΙΣΩ
Ο ρόλος της Νευροψυχολογίας στην αξιολόγηση,
διάγνωση και αποκατάσταση γνωστικών διαταραχών
μετά από εγκεφαλική βλάβη που επηρεάζει την καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου.
Άννα Εμμανουήλ
Υποψήφια Διδάκτορας Ψυχολογίας Α.Π.Θ. Νευρολογικό Τμήμα Κλινική «ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ»

Η νευροψυχολογία ανήκει στις εφαρμοσμένες νευροεπιστήμες και μελετά συστηματικά τη νευροβιολογική (νευροανατομία, νευροφυσιολογία, νευροχημεία) και τη λειτουργική οργάνωση του ανθρώπινου εγκεφάλου (συστήματα γνωστικών λειτουργιών) υπό φυσιολογικές συνθήκες, αλλά και τη συμπεριφορική έκφραση της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας μετά από επίκτητη ή αναπτυξιακή εγκεφαλική βλάβη (εξετάζει την αλληλεπίδραση εγκεφάλου – συμπεριφοράς). Είναι γνωστό ότι συγκεκριμένες ικανότητες, λειτουργίες και συμπεριφορές (εκτελεστικές λειτουργίες, αντιληπτικές διαδικασίες, προσοχή, μνήμη, γλωσσικές λειτουργίες, οπτικοχωρικές ικανότητες, ικανότητα συναισθηματικής έκφρασης και ελέγχου) είναι αυτές που μας επιτρέπουν να χειριζόμαστε αποτελεσματικά απλές και σύνθετες καταστάσεις της καθημερινής μας ζωής (οδήγηση, μνήμη διαδρομών, διάβασμα, μάθηση και διατήρηση καινούριων πληροφοριών, μνήμη προσώπων και ονομάτων, επικοινωνία, χειρισμό Η/Υ και άλλων πολύπλοκων μηχανημάτων, μαγείρεμα, καθημερινές δουλειές στο χώρο του σπιτιού ή της εργασίας κ.α.). Αυτές οι λειτουργίες εντοπίζονται σε συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές ή νευρωνικά συστήματα (εγκεφαλικούς μηχανισμούς) και η νευροψυχολογία συμβάλλει σημαντικά στην αξιολόγηση της εγκεφαλικής λειτουργίας μέσω της εκτίμησης των γνωστικών λειτουργιών και της συμπεριφορικής τους έκφανσης στις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, ειδικά στην περίπτωση εγκεφαλικής βλάβης.

Η εφαρμοσμένη νευροψυχολογία απευθύνεται σε πληθυσμιακές ομάδες ασθενών με βλάβες του κεντρικού νευρικού συστήματος (Κ.Ν.Σ.) ή με άλλες ασθένειες ή βλάβες που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα το Κ.Ν.Σ. Συγκεκριμένα, αυτές είναι:

  • Εκφυλιστικές νόσοι του Κ.Ν.Σ. (διάφοροι τύποι ανοϊκών συνδρόμων: άνοια τύπου Alzheimer, μέτωπο-κροταφική άνοια ή νόσος του Pick, άνοια λόγω της νόσου του Parkinson, αγγειακού τύπου άνοια κ.α.), καθώς και άλλες προοδευτικές νόσοι του Κ.Ν.Σ. (σκλήρυνση κατά πλάκας)
  • Αγγειακές διαταραχές (ισχαιμικά και αιμορραγικά αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια)
  • Κλειστές και ανοιχτές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις
  • Εγκεφαλικοί όγκοι (γλοιώματα, νεοπλάσματα, μηνιγγιώματα)
  • Επιληπτικές κρίσεις (γενικευμένες, εστιακές, σύνθετες εστιακές εκ των οποίων πολύ σημαντική και συνηθισμένη η επιληψία του κροταφικού λοβού)
  • Μεταβολικές και ενδοκρινολογικές διαταραχές (π.χ. υποθυρεοειδισμός, ουραιμία, σακχαρώδης διαβήτης)
  • • Τοξικές διαταραχές: διαταραχές που σχετίζονται με τη χρόνια κατάχρηση αλκοόλ (σύνδρομο Korsakoff) ή ουσιών
  • Διαταραχές με επεισόδια στέρησης οξυγόνου (υποξία, χρόνια στέρηση οξυγόνου, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, σύνδρομο άπνοιας στον ύπνο)
  • Διαταραχές στον ύπνο (συνήθως χρόνια αϋπνία) • Αναπτυξιακές διαταραχές του Κ.Ν.Σ. (π.χ. σύνδρομο Down, σύνδρομο Williams κ.α.)
  • Ψυχιατρικές διαταραχές (ψυχώσεις, καταθλιπτική διαταραχή, διπολική διαταραχή)


Εξαιτίας της ιδιαίτερα μεγάλης ποικιλομορφίας των κλινικών, παθολογο-ανατομικών και νευροψυχολογικών διαταραχών που παρατηρούνται στις παραπάνω κατηγορίες ασθενών, είναι σημαντική η πολυεπιστημονική τους προσέγγιση που εφαρμόζει η Κλινική «ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ» για την όσο το δυνατόν ακριβέστερη και πιο ολοκληρωμένη εκτίμηση και αντιμετώπιση των νοσηλευόμενων σε αυτήν ασθενών. Σε συνεργασία με τους νευρολόγους της Κλινικής «ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ» κ.κ. Κ. Γαργάνη και Κ. Γυμνόπουλο, και με το διευθυντή του Φυσιοθεραπευτηρίου φυσίατρο κ. Θ. Λοϊζίδη, μέσα στα πλαίσια της Κλινικής παρέχεται νευροψυχολογική αξιολόγηση ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της πολυεπιστημονικής προσέγγισης των ασθενών με εγκεφαλικές δυσλειτουργίες.

Η νευροψυχολογική αξιολόγηση συνήθως πραγματοποιείται με τη χρήση συστοιχιών προσεκτικά επιλεγμένων, έγκυρων και αξιόπιστων νευροψυχολογικών δοκιμασιών, ώστε να εξετάζουν λεπτομερώς κάθε πτυχή της εγκεφαλικής λειτουργίας. Ειδικότερα εξετάζονται:

  • Προσανατολισμός: κατά πόσο το άτομο που έχει υποστεί εγκεφαλική βλάβη είναι συνειδητοποιημένο και προσανατολισμένο ως προς το χρόνο, το χώρο, τα πρόσωπα, τις καταστάσεις και τον εαυτό του. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται και η μνήμη του ατόμου για παλιές πληροφορίες πριν την εγκεφαλική βλάβη (αναδρομική αμνησία), καθώς και η ικανότητά του να μαθαίνει και να ανακαλεί καινούριες πληροφορίες μετά τη βλάβη (προδρομική αμνησία).
  • Αντιληπτικές διαδικασίες και αισθητήριες λειτουργίες: κατά πόσο το άτομο μπορεί να αντιληφθεί και να προσλάβει αισθητήρια εξωτερικά ερεθίσματα (ακουστικά, οπτικά, σωματοαισθητήρια και κινητικά) και να αντιδρά αποτελεσματικά σε αυτά.
  • Προσοχή: εδώ εξετάζονται διεξοδικά όλες οι διαδικασίες της προσοχής. Η ικανότητα του ατόμου να επαγρυπνεί και να βρίσκεται σε ετοιμότητα, η χωρητικότητα των συστημάτων της προσοχής και η ικανότητά τους να επεξεργάζονται με ταχύτητα τις πληροφορίες, η ικανότητα του ατόμου να διατηρεί και να χειρίζεται νοερά πληροφορίες στην εργαζόμενη μνήμη του, η ικανότητά του να εστιάζει την προσοχή του και να τη διατηρεί σταθερή σε μια συνεχόμενη δραστηριότητα, η επιλογή μέσα από διασπαστικά ερεθίσματα των πληροφοριών που του χρειάζονται και η διατήρησή τους, η νοητική ευελιξία να μετατοπίζει και να διατηρεί την προσοχή του κατά την πορεία μιας τρέχουσας διαδικασίας που απαιτεί εναλλαγή μεταξύ δύο διαφορετικών δραστηριοτήτων, η ικανότητα να εκτελεί ταυτόχρονα δύο ή περισσότερες δραστηριότητες.
  • Μάθηση και Μνήμη: σε αυτήν την περίπτωση αξιολογείται το σύστημα της μνήμης, το οποίο περιλαμβάνει πολλά επιμέρους επίπεδα επεξεργασίας. Πόσες καινούριες πληροφορίες και με ποια ταχύτητα μπορεί το άτομο να καταγράψει άμεσα, κατά πόσο μπορεί να μάθει αποτελεσματικά καινούριες πληροφορίες και να τις διατηρήσει βραχυπρόθεσμα (βραχύχρονη μνήμη και αποθήκευση) ώστε να τις μεταφέρει και να τις αποθηκεύσει στη μνήμη του για μεγάλο χρονικό διάστημα (μακρόχρονη αποθήκευση), κατά πόσο είναι σε θέση το άτομο, αν ζητηθεί ή χρειαστεί, να ανακαλέσει ενεργητικά από τη μνήμη του τις πληροφορίες ή να τις αναγνωρίσει αν του δοθούν υποδείξεις. Επειδή αυτές οι πληροφορίες είναι διαφορετικές ως προς το είδος τους (λεκτικές, οπτικές-μη λεκτικές), εξετάζονται τα ξεχωριστά μνημονικά συστήματα τα οποία ειδικεύονται στην επεξεργασία, διατήρηση, αποθήκευση, ανάκληση και αναγνώριση αυτών των διαφορετικού είδους πληροφοριών.
  • Γλωσσικές λειτουργίες: εξετάζονται λεπτομερώς τα διάφορα επίπεδα επεξεργασίας των γνωστικών λειτουργικών συστημάτων των διαφόρων γλωσσικών λειτουργιών (τα επίπεδα των γνωστικών συστημάτων των λειτουργιών της ανάγνωσης, της γραφής, της κατονομασίας, της σύνταξης και μορφολογίας, σημασιολογίας, πραγματολογίας).
  • Οπτικοχωρικές και οπτικοκατασκευαστικές ικανότητες: αξιολογούνται η ικανότητα αντιγραφής και ζωγραφικής, η οπτικοχωρική αντίληψη και οργάνωση, ο σχεδιασμός, οργάνωση και συντονισμός των κινήσεων για την ολοκληρωμένη και ενοποιημένη κατασκευή ενός αντικειμένου ή έργου συναρμολογώντας τα επιμέρους κομμάτια του.
  • Εκτελεστικές λειτουργίες: αξιολογούνται ο σχεδιασμός και η οργάνωση της σκέψης και της συμπεριφοράς, ο λογικός συλλογισμός, η ικανότητα λύσης προβλημάτων και σχηματισμού αφηρημένων εννοιών, η ικανότητα ταξινόμησης-κατηγοριοποίησης και λογικής διαδοχής, η χρήση και εφαρμογή αποτελεσματικών στρατηγικών, η ικανότητα του ατόμου να χρησιμοποιεί την επανατροφοδότηση που του δίνεται από το περιβάλλον με στόχο να παρακολουθεί και να ελέγχει τη συμπεριφορά του ώστε να την αλλάζει και να την προσαρμόζει ευέλικτα ανάλογα με τις απαιτούμενες κάθε φορά συνθήκες, η κατανόηση και εκτίμηση των κοινωνικών καταστάσεων και η επιλογή της κατάλληλης αντίδρασης.
  • Συναισθηματική κατάσταση: εξέταση της γενικότερης συναισθηματικής λειτουργίας και της τωρινής συναισθηματικής κατάστασης.


Στόχος της νευροψυχολογικής αξιολόγησης μέσω της χρήσης δοκιμασιών στις παραπάνω ομάδες ασθενών είναι να συλλεχθούν μετρήσιμα (αλλά και ποιοτικά) αποτελέσματα και πληροφορίες, τα οποία συγκεντρώνονται και ερμηνεύονται σε συνδυασμό μεταξύ τους και καταγράφονται ως δείγμα της συμπεριφοράς του εκάστοτε ασθενούς υπό ελεγχόμενες συνθήκες. Στη συνέχεια, τα αποτελέσματα που συγκεντρώνονται σχετικά με την απόδοση του ασθενούς σε κάθε λειτουργία συγκρίνονται με εκείνα του υγιούς πληθυσμού που έχει παρόμοια χαρακτηριστικά (ηλικία, εκπαίδευση) και τελικά συμπεραίνεται κατά πόσο η απόδοση του ασθενούς παρεκκλίνει από την κατανομή της απόδοσης του υγιούς πληθυσμού στη συγκεκριμένη λειτουργία. Επίσης, σημαντικές πληροφορίες για τη νευροψυχολογική αξιολόγηση συλλέγονται από πολλαπλές πηγές εκτός των τεστ (νευροαπεικονιστικές ενδείξεις, συνέντευξη, ιστορικό, συμπεριφορικές παρατηρήσεις). Έτσι, επιπρόσθετοι παράγοντες που παίζουν ρόλο στη νευροψυχολογική αξιολόγηση είναι το μέγεθος και η τοποθεσία της βλάβης, καθώς και άλλα χαρακτηριστικά όπως η ηλικία του ατόμου, το φύλο, το μορφωτικό του επίπεδο, η γενικότερη κατάσταση της υγείας του, καθώς και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες. Αυτοί οι επιπλέον παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν την νευροβιολογική οργάνωση του εγκεφάλου και την επίδραση της συγκεκριμένης εγκεφαλικής βλάβης στην καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου. Γι’ αυτό το λόγο, χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη στη συνολική νευροψυχολογική εκτίμηση, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις μια βλάβη στην ίδια εγκεφαλική περιοχή σε δύο ασθενείς που διαφοροποιούνται ως προς τους παραπάνω παράγοντες, είναι πιθανό να εκδηλωθεί με δύο αποκλίνοντα (ως προς το βαθμό σοβαρότητας ή το είδος των λειτουργικών διαταραχών) μεταξύ τους συμπεριφορικά πρότυπα.

Επόμενος καθοριστικός στόχος της νευροψυχολογικής αξιολόγησης είναι, με βάση όλα τα παραπάνω αποτελέσματα, να παρέχει μια έγκυρη και ολοκληρωμένη εικόνα των λειτουργικών δυνατοτήτων και αδυναμιών που παρουσιάζει ο ασθενής εξαιτίας της εγκεφαλικής του βλάβης, ώστε να εξαχθεί το νευροψυχολογικό του προφίλ (λειτουργικό συμπεριφορικό πρότυπο) και να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτό συνάδει με εκείνο που εμφανίζουν ασθενείς με συγκεκριμένου τύπου εγκεφαλική δυσλειτουργία ή διαταραχή. Έτσι, συμβάλλει σημαντικά στην ακριβέστερη διάγνωση του ειδικότερου τύπου της διαταραχής, καθώς και στη διαφοροδιάγνωση διαταραχών με κοινή συμπτωματολογία, ανάλογα με τη λειτουργική διαφοροποίηση αυτών των διαταραχών ως προς την έναρξη εμφάνισης των συμπτωμάτων τους, τη διάρκεια και την εξέλιξη της νόσου. Σε αυτές τις περιπτώσεις διαταραχών με κοινή συμπτωματολογία, μια εκτενής νευροψυχολογική αξιολόγηση είναι απαραίτητη προκειμένου να εντοπιστεί η λειτουργική διαφοροποίηση και ιδίως στα αρχικά στάδια της νόσου, όπου ακόμα και οι νευροαπεικονιστικές μέθοδοι είναι πιθανό να μην έχουν ανιχνεύσει εγκεφαλικές μεταβολές. Αυτή η πλευρά της νευροψυχολογικής αξιολόγησης συνεισφέρει από νωρίς σε μια ορθή και έγκαιρη διάγνωση της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας και έχει μεγάλη προγνωστική αξία για τον έλεγχο της εξέλιξης της λειτουργικής κατάστασης των ασθενών, καθώς μπορεί να βοηθήσει στη σχεδίαση και ρύθμιση της φαρμακευτικής αγωγής από το θεράποντα ιατρό, αλλά και στο μακροπρόθεσμο χειρισμό της αντιμετώπισης των λειτουργικών ελλειμμάτων του ασθενούς στην καθημερινή του ζωή.

Συνυφασμένος με όλα τα παραπάνω είναι και ο ρόλος της νευροψυχολογικής εκτίμησης σε ασθενείς που είναι υποψήφιοι για νευροχειρουργική αντιμετώπιση της εγκεφαλικής τους βλάβης (συνήθως επιληπτικές κρίσεις, όγκοι). Η εκτίμηση που γίνεται προεγχειρητικά φαίνεται να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όλης χειρουργικής διαδικασίας, καθώς συμβάλλει στον ακριβή εντοπισμό της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας, στοιχείο που βοηθά στον αποτελεσματικότερο σχεδιασμό της χειρουργικής παρέμβασης. Επιπλέον, επιτρέπει και τη διατύπωση κρίσεων για το ενδεχόμενο μετεγχειρητικών γνωστικών ελλειμμάτων. Εκτός από τα παραπάνω, η προεγχειρητική νευροψυχολογική αξιολόγηση αποτελεί σημαντικό προγνωστικό δείκτη για το μετεγχειρητικό έλεγχο της κατάστασης των ασθενών. Γενικά, τα καλά εντοπισμένα νευροψυχολογικά ελλείμματα έχουν καλύτερη πρόγνωση από τις διάχυτες νευροψυχολογικές διαταραχές.

Ένας ακόμα τομέας στον οποίο συμβάλλει η νευροψυχολογική αξιολόγηση είναι η συστηματική παρακολούθηση της λειτουργικής κατάστασης των ασθενών, κυρίως μέσω επανειλημμένων επαναξιολογήσεων. Αυτού του είδους οι επαναξιολογήσεις είναι εξαιρετικά χρήσιμες σε μετεγχειρητικές ή εξελισσόμενες καταστάσεις, καθώς επιτρέπουν να συγκρίνουμε τη λειτουργική εικόνα των ασθενών σε περιοδικά χρονικά διαστήματα, ώστε να διαπιστωθούν πιθανές γνωστικές αλλαγές μετεγχειρητικά ή προοδευτικά με την πορεία της νόσου. Έτσι, οι περιοδικές νευροψυχολογικές επανεκτιμήσεις μπορούν να βοηθήσουν στον υπολογισμό του ρυθμού βελτίωσης, σταθεροποίησης ή επιδείνωσης της κατάστασης των ασθενών με το πέρασμα του χρόνου, προτείνοντας πιθανή τροποποίηση ή ρύθμιση της φαρμακευτικής αγωγής, καθώς και κατάλληλο χειρισμό αυτών των αλλαγών στην καθημερινή λειτουργικότητα των ασθενών.

Τέλος, ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της εκτίμησης των λειτουργικών δυνατοτήτων και αδυναμιών των ασθενών αποσκοπεί στη γνωστική τους αποκατάσταση και στην κοινωνική τους επανένταξη. Συγκεκριμένα, μέσα από την περιγραφή των λειτουργιών που παραμένουν φυσιολογικές και αυτών που παρουσιάζουν σταθερά ελλείμματα μετά την εγκεφαλική βλάβη, η νευροψυχολογική αξιολόγηση μπορεί να κατευθύνει το σχεδιασμό, την οργάνωση και την εφαρμογή εξατομικευμένου προγράμματος γνωστικής αποκατάστασης. Μια τέτοιου είδους εξατομικευμένη θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να έχει σαν στόχο:

  • Τη λειτουργική εγκεφαλική αναδιοργάνωση και ενεργητική επανάκτηση των λειτουργιών που έχουν θιγεί λόγω της εγκεφαλικής βλάβης, μέσω της εφαρμογής προγραμμάτων επανεκπαίδευσης των διαδικασιών των επηρεασμένων λειτουργιών
  • Την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων του ασθενούς στην καθημερινή του ζωή μέσω της εφαρμογής εξατομικευμένων τεχνικών και στρατηγικών για την αποτελεσματική χρησιμοποίηση των ικανοτήτων και λειτουργιών του, που έχουν παραμείνει σε φυσιολογικά επίπεδα, προκειμένου να αντισταθμίσει τις μειονεξίες του
  • Συμβουλευτική ενημέρωση του ίδιου του ασθενούς και των συγγενών του για το χειρισμό της κατάστασής του στην καθημερινή του λειτουργικότητα, καθώς και συστάσεις για την καταλληλότερη διαμόρφωση του οικιακού και επαγγελματικού χώρου του ασθενούς με στόχο την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση των μειονεξιών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ