ΠΙΣΩ
Η Θεραπεία με Εξωσωματική Γονιμοποίηση
Νίκος Χριστοφορίδης
MD, MRCOG Μαιευτήρας - Γυναικολόγος Επιστημονικός Υπεύθυνος Μονάδας Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Embryolab

Αύξηση του φαινομένου της υπογονιμότητας 

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στο χώρο της υγείας που έχει προσλάβει σχεδόν μέγεθος επιδημίας στη χώρα μας είναι αυτό της υπογονιμότητας. Με τον όρο υπογονιμότητα εννοούμε τη δυσκολία σύλληψης και τεκνοποίησης που αντιμετωπίζει ένα ζευγάρι. Σήμερα, υπολογίζεται πως 1 στα 6 ζευγάρια περίπου που επιθυμούν να τεκνοποιήσουν αντιμετωπίζει πρόβλημα υπογονιμότητας. Αποτελεί ένα μείζον κοινωνικό πρόβλημα με προεκτάσεις που ανησυχούν την πολιτεία πλέον σε δημογραφικό επίπεδο.

Η αύξηση του φαινομένου της υπογονιμότητας είναι αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών παραγόντων. Σήμερα, για πολλές γυναίκες η έναρξη της οικογένειας τοποθετείται χρονικά σε μεταγενέστερα στάδια, καθώς οι ανάγκες για σπουδές, εκπαίδευση και επαγγελματική αποκατάσταση ολοένα και αυξάνουν. Αποτέλεσμα της καθυστέρησης αυτής είναι η αύξηση της ηλικίας της γυναίκας, κάτι που αποδεικνύεται να μειώνει σταθερά την πιθανότητα σύλληψης και τεκνοποίησης. Συχνά είναι επίσης τα προβλήματα των σαλπίγγων στις γυναίκες, συνήθως ως αποτέλεσμα κάποιας φλεγμονής στο παρελθόν, που συνήθως περνάει απαρατήρητη στην ίδια τη γυναίκα. Επιπλέον, όλο και πιο συχνά ανευρίσκονται προβλήματα στο ανδρικό σπέρμα, που μπορεί να αφορούν τόσο στον αριθμό όσο και στην κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, κάτι που μπορεί να είναι αποτέλεσμα γονιδιακής προδιάθεσης, λοιμώξεων των γεννητικών αδένων, αλλά και επίδρασης τοξικών παραγόντων, όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ, η καθιστική ζωή και άλλων περιβαλλοντικών παραγόντων.


Ιστορία της εξωσωματικής και σημερινές ενδείξεις

Η θεραπεία της εξωσωματικής γονιμοποίησης ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ως θεραπεία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων γονιμότητας σε γυναίκες με προβλήματα στις σάλπιγγές τους. Από τότε έχει σημειωθεί τεράστια πρόοδος, τόσο στην προετοιμασία της γυναίκας για τη λήψη των ωαρίων της, όσο και σε εργαστηριακό επίπεδο, με τους σύγχρονους εμβρυολόγους να βρίσκονται σε θέση να γονιμοποιήσουν και να καλλιεργήσουν τα ανθρώπινα έμβρυα με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Σήμερα, η θεραπεία με εξωσωματική γονιμοποίηση έχει γίνει πιο φιλική ως θεραπεία προς τα ζευγάρια με πολύ μικρότερη επιβάρυνση και πολύ καλύτερα αποτελέσματα. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι προηγμένης τεχνολογίας με ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες, η λήψη των ωαρίων γίνεται με την καθοδήγηση υπερήχων διακολπικά, και όχι λαπαροσκοπικά, όπως γινόταν αρχικά, ενώ ο χρόνος ολοκλήρωσης μιας θεραπείας έχει μειωθεί σημαντικά. Με την εξέλιξη των κλινικών και εργαστηριακών μεθόδων που σημειώθηκε όλα αυτά τα χρόνια στο χώρο της εξωσωματικής γονιμοποίησης σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο προβλήματα των σαλπίγγων, αλλά και προβλήματα ανδρικής υπογονιμότητας με σημαντικές διαταραχές του σπέρματος, προβλήματα γονιμότητας που σχετίζονται με ενδομητρίωση, αλλά και προβλήματα ανεξήγητης υπογονιμότητας.


Η θεραπεία βήμα προς βήμα

Η θεραπεία της εξωσωματικής γονιμοποίησης βασίζεται στη λήψη ωαρίων από τις ωοθήκες της γυναίκας και τη γονιμοποίησή τους με τα σπερματοζωάρια του συζύγου στο εργαστήριο από εξειδικευμένο εμβρυολογικό προσωπικό. Για να παραχθούν περισσότερα ωάρια από το ένα μόνο ωάριο που παράγεται φυσιολογικά σε κάθε κύκλο της γυναίκας, δίνεται ειδική ορμονική φαρμακευτική αγωγή στη γυναίκα που διεγείρει τις ωοθήκες της για να παράγουν κατά μέσο όρο έξι με οκτώ ωάρια. Κατά τη διάρκεια της φαρμακευτικής θεραπείας, η γυναίκα παρακολουθείται με υπερηχογραφήματα για να εκτιμηθεί ο χρόνος στον οποίο τα ωάρια είναι ώριμα και έτοιμα για γονιμοποίηση. Ο μέσος χρόνος που απαιτείται για την ολοκλήρωση της προετοιμασίας των ωαρίων για λήψη είναι περίπου 12 με 14 ημέρες θεραπείας. Η λήψη των ωαρίων γίνεται διακολπικά, με ήπια νάρκωση, διαρκεί λίγα λεπτά και η γονιμοποίηση τους ξεκινά λίγες ώρες αργότερα, μετά την επεξεργασία και τον εμπλουτισμό του σπέρματος. Μετά από εικοσιτέσσερις ώρες περίπου, ο εμβρυολόγος παρατηρεί στο μικροσκόπιο πόσα ωάρια γονιμοποιήθηκαν φυσιολογικά και επανεξετάζει την επόμενη ημέρα πόσα από τα γονιμοποιημένα ωάρια αρχίζουν να διαιρούνται φυσιολογικά. Από αυτά τα φυσιολογικά γονιμοποιημένα και διαιρεμένα έμβρυα επιλέγονται ένα έως δύο έμβρυα, τα οποία και μεταφέρονται πίσω στη μήτρα, στο φυσικό τους περιβάλλον, δύο ή τρεις ημέρες μετά τη λήψη των ωαρίων. Η τοποθέτηση των εμβρύων είναι μια σύντομη διαδικασία, για την οποία δεν απαιτείται νάρκωση, και γίνεται με την καθοδήγηση υπερήχων για να επιβεβαιωθεί ακριβώς το σημείο της τοποθέτησής τους στη μήτρα της γυναίκας. Μετά την πάροδο 2 εβδομάδων γίνεται εξέταση για τεστ κύησης με αιματολογική εξέταση. Στη διάρκεια της θεραπείας για την προετοιμασία των ωαρίων και τη λήψη τους, η γυναίκα μπορεί να εξακολουθεί να εργάζεται φυσιολογικά, ενώ μετά την τοποθέτηση των εμβρύων συνιστάται η γυναίκα να ξεκουράζεται για τις πρώτες ημέρες και να αποφεύγει έντονη σωματική δραστηριότητα, έτσι ώστε να μεγιστοποιήσει τις πιθανότητες σύλληψης.


Ασφάλεια μεθόδων

Η εγκυμοσύνη μιας γυναίκας που μένει έγκυος μετά από θεραπεία με εξωσωματική γονιμοποίηση δε διαφέρει ιδιαίτερα από μια εγκυμοσύνη με φυσική σύλληψη. Η παρακολούθηση της κύησης γίνεται σε τακτικά χρονικά διαστήματα, για να ελέγχεται τόσο η υγεία της εγκύου όσο και η ανάπτυξη του εμβρύου. Όπως σε κάθε κύηση, και στις κυήσεις από εξωσωματική γονιμοποίηση συστήνεται η διενέργεια προγεννητικού ελέγχου με την εφαρμογή υπερήχων στο δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης για τον αποκλεισμό κάποιας εμβρυϊκής διαταραχής. Τα παιδιά που γεννιούνται από εξωσωματική γονιμοποίηση δε φαίνεται να διαφέρουν σημαντικά από τα παιδιά των φυσικών συλλήψεων όσον αφορά τις συγγενείς ανωμαλίες και την ανάπτυξή τους κατά τα πρώτα παιδικά χρόνια. Ωστόσο, μεγάλη σημασία έχει η αιτία της υπογονιμότητας του ζευγαριού, καθώς διαταραχές που αφορούν τη μητέρα ή τον πατέρα μπορεί να περνούν κληρονομικά μέσα από τη διαδικασία αυτή, ειδικά σε περιπτώσεις όπως η σοβαρή ανδρική υπογονιμότητα ή η ανεξήγητη υπογονιμότητα. Αναφορικά με τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη διέγερση των ωοθηκών, μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν την πιθανότητα κακοήθειας του μαστού, της μήτρας ή των ωοθηκών στη γυναίκα. Για προληπτικούς λόγους, ωστόσο, είναι καλό μια γυναίκα που έχει υποβληθεί σε ορμονική θεραπεία στο παρελθόν να ελέγχεται τακτικά, τόσο γυναικολογικά, όσο και με κλινική εξέταση μαστού, ή με διενέργεια μαστογραφίας, ανάλογα με την ηλικία της.
 

Ηθικά θέματα - σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή

Η θεραπεία της γονιμότητας με εξωσωματική γονιμοποίηση αποτέλεσε μια επανάσταση στο χώρο της ιατρικής χωρίς προηγούμενο. Κάθε μεγάλη εξέλιξη όμως στο χώρο της ιατρικής και της βιολογίας φέρει μαζί της και μεγάλες ευθύνες που αφορούν τόσο τους θεράποντες κλινικούς ιατρούς όσο και τους εμβρυολόγους. Η ενασχόληση με το αντικείμενο της εξωσωματικής γονιμοποίησης προϋποθέτει σεβασμό προς τη γυναίκα που υποβάλλεται σε μια τέτοια θεραπεία, με προσήλωση στη διασφάλιση της υγείας της. Πρωτίστως όμως, προϋποθέτει σεβασμό προς τη ζωή που μόλις δημιουργείται, με στόχο τη δημιουργία ενός υγιούς παιδιού που θα μεγαλώσει και θα αναπτυχθεί σε ένα υγιές και αγαπημένο οικογενειακό περιβάλλον.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ