ΠΙΣΩ
Υπερηχογράφημα Ισχίων στα Νεογνά
Βασίλης Κομματάς
Ορθοπαιδικός Χειρουργός

Μια από τις ορθοπαιδικές παθήσεις, που αφορούν στα νεογνά από την πρώτη στιγμή της γέννησής τους, είναι η αναπτυξιακή δυσπλασία του ισχίου. Η αναπτυξιακή δυσπλασία μπορεί να είναι από απλή χαλαρότητα της άρθρωσης έως σοβαρή παραμόρφωση της άρθρωσης, στην οποία η κεφαλή του μηριαίου δεν έχει σχεδόν καμία επαφή με την κοτύλη και βρίσκεται σε θέση εξαρθρήματος (συγγενές εξάρθρημα του ισχίου) (εικ. 1 και 2).

Εικόνα 1 Εικόνα 2


Οι συχνότεροι παράγοντες, που ευνοούν την εμφάνιση της πάθησης, είναι η δίδυμη κύηση, το θετικό ιστορικό των γονέων, η ισχιακή προβολή και το ολιγοϋδράμνιο.

Η συχνότητα του συγγενούς εξαρθρήματος του ισχίου υπολογίζεται στην Ελλάδα σε 1,5/1000 νεογνά, ενώ νεογνά που παρουσιάζουν αστάθεια στο ισχίο υπολογίζονται σε 1/100.
Η πρώιμη διάγνωση μιας παθολογικής κατάστασης έχει πολύ μεγάλη σημασία, τόσο για το είδος της θεραπείας που θα επιλεγεί (συντηρητική ή χειρουργική), όσο και για την έκβαση της θεραπείας. Παραμελημένα περιστατικά συνήθως θα χρειαστούν χειρουργική θεραπεία, ενώ, αν η διάγνωση τεθεί έγκαιρα, η πάθηση μπορεί να αντιμετωπισθεί συντηρητικά με ειδικούς νάρθηκες. Αν δεν αντιμετωπισθεί η πάθηση, μπορεί να οδηγήσει σε πρώιμη φθορά του χόνδρου της άρθρωσης (οστεοαρθρίτιδα) ή σε αναπηρία (μόνιμη χωλότητα).

Ο έλεγχος των ισχίων αποτελεί μέρος της βασικής κλινικής εξέτασης του παιδιάτρου στην πρώτη επαφή με το νεογνό.

Η κλινική εξέταση (εικ. 3), και αργότερα ο ακτινολογικός έλεγχος που την συμπλήρωσε, σύμφωνα με μελέτες αποδείχθηκαν σχετικά ανεπαρκείς για την εξαγωγή ασφαλούς διάγνωσης μιας δυσπλασίας του ισχίου.

Εικόνα 3


Η ακτινογραφία των ισχίων πραγματοποιείται όταν υπάρχουν ύποπτα κλινικά ευρήματα. Είναι τεχνικά απαιτητική εξέταση, επιβαρύνει με ακτινοβολία το νεογνό και τις πρώτες εβδομάδες έχει χαμηλή διαγνωστική αξία, λόγω του ότι οι οστικές δομές του ισχίου δεν έχουν αρχίσει να διαμορφώνονται με σαφήνεια.

Το διαγνωστικό αυτό κενό ήρθε να καλύψει τα τελευταία χρόνια ο υπέρηχος (εικ. 4).
 

Εικόνα 4

Η εξέταση των ισχίων με τον υπέρηχο έχει υψηλή αξιοπιστία, δεν επιβαρύνει με ακτινοβολία το νεογνό και μπορεί να γίνει από τις πρώτες ώρες μετά τον τοκετό έως τον 4ο - 6ο μήνα.

Με τον υπέρηχο μπορούμε να εξετάσουμε την επικέντρωση της μηριαίας κεφαλής στην κοτύλη, την λοξότητα της κοτύλης και την σταθερότητα της άρθρωσης. Σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί κάποια παθολογική κατάσταση και θα απαιτηθεί θεραπεία, μπορούμε με τακτικούς ελέγχους να ελέγχουμε αν επιτυγχάνεται ο στόχος της θεραπείας. Ο χρόνος της θεραπείας περιορίζεται έτσι στο ελάχιστο.

Πρόσφατα δημοσιευμένη και βραβευμένη μελέτη στη Γερμανία1, παρουσιάζει τα αποτελέσματα του μαζικού ελέγχου των ισχίων των νεογνών με υπέρηχο από το 1996 έως το 2004.

Τα αποτελέσματα της συστηματικής αυτής εξέτασης είναι εντυπωσιακά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το ποσοστό των βρεφών που χρειάστηκε να χειρουργηθούν στο ισχίο λόγω δυσπλασίας σ’ αυτό το διάστημα ήταν 0,25/1000.

Πριν εφαρμοστεί ο μαζικός έλεγχος με υπερηχογράφημα των ισχίων, το ποσοστό αυτό ήταν 1/1000 δηλαδή τετραπλάσιο. Η δραστική αυτή μείωση των χειρουργικών επεμβάσεων οφείλεται στην αποτελεσματικότητα της συντηρητικής θεραπείας, η οποία άρχισε έγκαιρα.

Αντίστοιχη μελέτη στην Ελλάδα 2 σύγκρινε την “ανιχνευτική” ικανότητα παθολογικών περιστατικών από ομάδες έμπειρων ορθοπαιδικών και παιδιάτρων. Η ορθοπαιδική εξέταση συμπληρωνόταν πάντα από υπερηχογράφημα των ισχίων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η υπερηχογραφική εξέταση είχε εξαπλάσια “ανιχνευτική” ικανότητα από την κλινική εξέταση. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό σήμαινε ότι 65 στα 1000 νεογνά, τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως “φυσιολογικά” από την παιδιατρική κλινική εξέταση, βρέθηκε κατά κύριο λόγο στον υπέρηχο ότι είχαν κάποια δυσπλασία. Η δυσπλασία αυτή του ισχίου χωρίς θεραπεία ή παρακολούθηση θα είχε απρόβλεπτη εξέλιξη. Σε υπερηχογραφικά διαπιστωμένες αστάθειες που οφείλονται σε ήπια δυσπλασία της άρθρωσης, μόνο το 50% από αυτές θα ανιχνευθούν κατά την Κλινική εξέταση, ακόμα και από έμπειρο ορθοπεδικό (εικ. 5).
 

Εικόνα 5

Από την παιδιατρική εξέταση μέτριες έως σοβαρές δυσπλασίες (εικ. 6) θα ανιχνευθούν σε ποσοστό από 10 - 50%.
 

Εικόνα 6

Με τον υπέρηχο μπορούμε να εξετάσουμε την επικέντρωση της μηριαίας κεφαλής στην κοτύλη, την λοξότητα της κοτύλης και την σταθερότητα της άρθρωσης. Σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί κάποια παθολογική κατάσταση και θα απαιτηθεί θεραπεία, μπορούμε με τακτικούς ελέγχους να ελέγχουμε αν επιτυγχάνεται ο στόχος της θεραπείας. Ο χρόνος της θεραπείας περιορίζεται έτσι στο ελάχιστο.

Οι διαπιστώσεις αυτές έχουν καταστήσει τον υπέρηχο του ισχίου υποχρεωτική εξέταση προληπτικού ελέγχου στα νεογνά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Συμπερασματικά, η ορθοπαιδική εξέταση σε συνδυασμό και με τον υπέρηχο του νεογνικού - βρεφικού ισχίου, εξασφαλίζει την έγκαιρη διάγνωση τυχόν παθολογικών καταστάσεων, κάνοντας τη χειρουργική θεραπεία λιγότερο απαραίτητη.
 

Εικόνα 7
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ