ΠΙΣΩ
Βελονισμός Ιατρική Θεραπευτική Τεχνική
Δρ. Στέργιος Χ. Καμπέρης
Εξειδικευθείς σε Βελονισμό
και Meso-Therapy, Επιστημονικός Διευθυντής του Τμήματος Φυσικής Ιατρικής & Αποκατάστασης Κλινικής «ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ»

Ο Βελονισμός είναι από τα αρχαιότερα παραδοσιακά θεραπευτικά συστήματα του πλανήτη μας (2700 π.Χ.) που εφαρμόστηκε αρχικά στην Κίνα και διαδόθηκε μετέπειτα στον υπόλοιπο κόσμο.
Η ζωή για τους Κινέζους είναι η αρμονική συνύπαρξη του Yin και του Yang. Στη δυναμική ισορροπία των δύο αυτών αρχών, οι οποίες εναλλάσσονται κυκλικά, στηρίζονται τα θεμέλια της υγείας, της γαλήνης και της ευημερίας.

Η Κινέζικη παραδοσιακή Ιατρική αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο σώμα ως ενιαίο λειτουργικό σύστημα που αποτελείται από ύλη (παθητική έκφραση) και ενέργεια (λειτουργική έκφραση), ερμηνεύει τη νόσο ως διαταραχή της ενεργειακής ισορροπίας και ορίζει την υγεία ως τη συνεχή αρμονική και απρόσκοπτη διακίνηση της ενέργειας μέσα στο ανθρώπινο σώμα, χωρίς ενοχλήσεις και παρεμβολές.

Η διακίνηση της ενέργειας στο ανθρώπινο σώμα γίνεται μέσω των μεσημβρινών, οι οποίοι είναι ένα κλειστό πολύπλοκο ενεργειακό κύκλωμα που καλύπτει το ανθρώπινο σώμα εσωτερικά και εξωτερικά. Πρόκειται για αμφοτερόπλευρα ενεργειακά κανάλια που ξεκινούν από τα συμπαγή όργανα και τα κοίλα σπλάχνα της θωρακοκοιλιακής χώρας, τα οποία δεν έχουν υλική ή ανατομική υπόσταση, αλλά υλοποιούνται με την τοποθέτηση βελονών στα αντίστοιχα σημεία βελονισμού. 

Ο ρόλος του Βελονισμού σύμφωνα με την παραδοσιακή Κινέζικη Ιατρική είναι η αποκατάσταση της ενεργειακής ροής των μεσημβρινών, η εξισορρόπηση της ενέργειας του οργανισμού, καθώς και η δραστηριοποίηση των αμυντικών μηχανισμών και των μηχανισμών αυτορρύθμισης και ομοιόστασης του οργανισμού.

Σύμφωνα με τη Δυτική Ιατρική, ο Βελονισμός είναι μία θεραπευτική τεχνική κατά την οποία ειδικές βελόνες τοποθετούνται σε επιφανειακούς ή εν τω βάθει ιστούς του σώματος ή σε ειδικά επιλεγμένες ευαίσθητες ή επώδυνες στην πίεση περιοχές του δέρματος και των μυών με στόχο τη θεραπευτική αντιμετώπιση και αποκατάσταση λειτουργικών, αναστρέψιμων παθήσεων, συνδρόμων ή συμπτωμάτων (Bischo 1986, Καράβης 1998).

Η Ελληνική Πολιτεία, με αποφάσεις του Υπουργείου Υγείας, δέχεται το βελονισμό ως μία μέθοδο θεραπείας, η οποία εφαρμόζεται μόνο από ιατρούς (Αρ.Πρωτ.Υ7/οικ./4270/25-06-1996) και συμπληρώνει ότι η εφαρμογή του βελονισμού πρέπει να γίνεται από ιατρούς που διαθέτουν εμπειρία και έχουν εκπαιδευτεί στην βελονοθεραπεία (574/Α4/191/21-02-1980).
 



Στην Αμερική, το 64% των Αμερικανικών Πανεπιστημίων Ιατρικής (Cornell, John Hopkins, UCLA, Maryland κ.α.) περιλαμβάνουν το Βελονισμό στο πρόγραμμα εκπαίδευσης των φοιτητών ιατρικής. Στη Δύση σήμερα, περισσότεροι από 1.500.000 ιατροί εφαρμόζουν τον βελονισμό σαν κύριο ή σαν συμπληρωματικό θεραπευτικό μέσο.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις για την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του βελονισμού οι οποίες έχουν προκύψει από μεγάλο αριθμό μελετών και ερευνών που έχουν γίνει σε πειραματόζωα και ανθρώπους. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο Medline κυκλοφορούν 5.000 άρθρα, όπου τα περισσότερα από αυτά αφορούν εργαστηριακές και κλινικές μελέτες που έγιναν σε πειραματόζωα σε κτηνιατρικές κλινικές, γεγονός που αποκλείει το συσχετισμό του Βελονισμού με την υποβολή και την ύπνωση.


 

Οι ενδείξεις του βελονισμού αφορούν σχεδόν όλα τα συστήματα του ανθρώπινου σώματος με πιο χαρακτηριστικά τις νευρολογικές και μυοσκελετικές παθήσεις (άγχος, αϋπνία, κεφαλαλγία τάσεως, αυχενικό σύνδρομο, οσφυοϊσχιαλγία, τενοντίτιδες, περιαρθρίτιδες, νευραλγία, ριζίτιδες, θλάσεις), καθώς επίσης το αναπνευστικό σύστημα (αλλεργικό βρογχικό άσθμα), τις γυναικολογικές παθήσεις (δυσμηνόρροια, πολυκυστικές ωοθήκες), την υπογονιμότητα, τις δύσκολες συνήθειες (διακοπή της όρεξης, διακοπή του καπνίσματος) κ.λπ.

Η δράση του Βελονισμού απαιτεί την ακεραιότητα του νευρικού συστήματος (Καράβης 1999) και διακρίνεται:
1) στην τοπική δράση που αφορά μια περιοχή 2-5 cm γύρω από τη βελόνα προκαλώντας το φαινόμενο Τε Τσι, που είναι αποτέλεσμα της νευρογενούς φλεγμονής (Κ , Η , ισταμίνη, βραδυκινίνη).
2) στην τμηματική Segmental ή νωτιαία δράση η οποία αφορά μια περιοχή 2 ή και 3 δερμοτομίων και των αντίστοιχων μυελοτομίων μέσα από τη διέγερση των αντανακλαστικών τόξων (δερματο-μυϊκών, δερματο-σπλαχνικών, σπλαχνο-δερματικών, σπλαχνο-μυϊκών).
3) στη γενικευμένη ή κεντρική δράση η οποία αναφέρεται στην ενεργοποίηση κεντρικών ομοιοστατικών μηχανισμών και ενδογενών συστημάτων αναλγησίας, μέσω ενός νευρο-ανοσο-ορμονικού ενδογενούς συστήματος ελέγχου μετά από διέγερση των πυρήνων του ΚΝΣ (Νωτιαίου Μυελού και Εγκεφάλου).
Υπάρχουν 365 κλασικά σημεία, καθώς και 1500 extra σημεία βελονισμού. Οι βελόνες τοποθετούνται στο δέρμα, στο υποδόριο, στους μύες, ακόμα και στα οστά. Ανάλογα με την πάθηση που καλούμαστε να θεραπεύσουμε, εφαρμόζονται από 10 έως και 20 συνεδρίες βελονισμού και η διάρκεια της κάθε συνεδρίας είναι από 15 έως 20 λεπτά.

Η εφαρμογή του βελονισμού διακρίνεται:

  • Στον απλό βελονισμό (dry deedling) Σώματο-Κράνιο-βελονισμό
  • Στον ωτοβελονισμό (σημεία στο αυτί)
  • Laser βελονισμό (ανώδυνη τεχνική) και
  • Στον ηλεκτροβελονισμό χαμηλής ή υψηλής συχνότητας με εξαιρετικά αποτελέσματα τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.

Όπως κάθε ιατρική θεραπευτική παρέμβαση, έτσι και ο βελονισμός δεν στερείται παρενεργειών, γι’ αυτό και επιβάλλεται και είναι πολύ σημαντικό να τηρούνται οι συνθήκες ασηψίας και υγιεινής.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι γύρω μας που καθημερινά υποφέρουν από πόνο λόγω διαφόρων παθήσεων, για τις οποίες είτε έχουν πάρει φαρμακευτική αγωγή που δεν απέδωσε, είτε δεν μπορούν να λάβουν φαρμακευτική αγωγή λόγω π.χ. γαστρεντερικών ενοχλήσεων, αρτηριακής υπέρτασης, καρδιολογικών προβλημάτων, κινδύνου νεφρικής ανεπάρκειας και άλλα, είτε δεν μπορούν να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση για διάφορους λόγους με αποτέλεσμα να μένουν αβοήθητοι με το σύμπτωμά τους. Ο Βελονισμός αποτελεί αποδεδειγμένα μια ιατρική μέθοδο με την οποία οι πάσχοντες βιώνουν σημαντική ανακούφιση από τα συμπτώματά τους. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, η εφαρμογή του βελονισμού ως αναλγητική και μυοχαλαρωτική θεραπεία προσφέρει σημαντική βοήθεια στο 55-85% των ασθενών με χρόνιο πόνο (Lewith & Machin 1983, Richardson & Vincent 1986).

«Κάθε ασθενής είναι ιδιαίτερος και μοναδικός με τη δική του έκφραση της ασθένειάς του. Η προσέγγιση και η αντιμετώπιση πρέπει να είναι ολιστική, και όχι μόνο συμπτωματική, για να μπορέσει να είναι επιτυχής και να έχει διάρκεια.»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ