ΠΙΣΩ
Αλλεργιολογικό Ιατρείο

Οι αλλεργικές νόσοι αντιπροσωπεύουν μια πραγματική σύγχρονη μάστιγα στις κοινωνίες δυτικού τύπου, καταγράφοντας κατά τις τελευταίες 2 δεκαετίες τη μεγαλύτερη αύξηση συχνότητας σε σχέση με κάθε άλλη ανθρώπινη πάθηση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η Κλινική «ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ» είναι στην ευχάριστη θέση να εγκαινιάσει το νέο Αλλεργιολογικό Ιατρείο, αποσκοπώντας στην ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των ασθενών με αλλεργικά νοσήματα. Ενδεικτικά παρέχονται: 

  • Αιτιολογική διερεύνηση αλλεργικού άσθματος & ρινίτιδας σε παιδιά και ενήλικες. Η αλλεργιολογική διερεύνηση, μέσω κλινικής εξέτασης, δερματικών δοκιμασιών και ειδικών εργαστηριακών εξετάσεων αποκαλύπτει τα ένοχα αλλεργιογόνα του περιβάλλονος (ακάρεα της σκόνης, μύκητες, γύρεις ή επιθήλια κατοικίδιων ζώων), παρέχοντας το κυριότερο μέσο για τον μετέπειτα χειρισμό.
  • Απευαισθητοποίηση με ειδική ανοσοθεραπεία. Στην περίπτωση της αλλεργικής ρινίτιδας και του άσθματος, η ανοσοθεραπεία αποτελεί τη μόνη αιτιολογική αντιμετώπιση - τη μόνη θεραπεία δηλαδή που αντιμετωπίζει την αιτία (το αλλεργιογόνο που προκαλεί τη νόσο). Επιτυγχάνεται με τη μακροχρόνια χορήγηση του ίδιου του ενοχοποιούμενου αλλεργιογόνου (είτε υποδόρια, είτε με τη μορφή υπογλώσσιων σταγόνων), που προκαλεί απευαισθητοποίηση στον αλλεργικό ασθενή. Με τον τρόπο αυτό, μπορούμε να παρέμβουμε στη φυσική πορεία του προβλήματος, να βελτιώσουμε σε μεγάλο βαθμό τα αλλεργικά συμπτώματα και να μειώσουμε την ποσότητα των συμβατικών φαρμάκων (κορτιζόνη ή αντιισταμινικά) που είναι αναγκασμένος να λαμβάνει ο ασθενής. Θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι η διαδικασία της ανοσοθεραπείας είναι πολυτιμότερη στα πρώτα χρόνια της αλλεργικής νόσου (στην παιδική ηλικία ή στους νεαρούς ενήλικες), καθώς δίνεται η δυνατότητα να αναχαιτίσουμε την τυπική εξέλιξη της ρινίτιδας ή του άσθματος σε βαρύτερες μορφές.
  • Ειδική ανοσοθεραπεία σε δηλητήρια υμενοπτέρων (μέλισσα, σφήκα). Εδώ η ανοσοθεραπεία αποτελεί θεραπευτικό μονόδρομο, αφού η συγκεκριμένη αλλεργία είναι συχνά επικίνδυνη για τη ζωή.
  • Διάγνωση και χειρισμός φαρμακευτικής αλλεργίας.
  • Ολοκληρωμένος έλεγχος ατοπικού εκζέματος (ατοπικής δερματίτιδας), καθώς και διερεύνηση δερματικών εξανθημάτων όπου η αλλεργική συμμετοχή είναι πιθανή. Ειδικά ο χειρισμός του ατοπικού εκζέματος είναι θεμελιώδους σημασίας, καθώς αυτή είναι η πάθηση που, όταν είναι ανεξέλεγκτη, γεννά τις υπόλοιπες ατοπικές νόσους (τροφική αλλεργία, αλλεργική ρινίτιδα & άσθμα). Η πρόληψη, λοιπόν, τίθεται σε πρώτο πλάνο.
  • Διάγνωση και εξατομικευμένος χειρισμός της τροφικής αλλεργίας.


Σύγχρονη αντιμετώπιση της τροφικής αλλεργίας

Η τροφική αλλεργία αποτελεί το τελευταίο, πιο πρόσφατο κύμα της σύγχρονης αλλεργικής ‘επιδημίας’. Η συχνότητα της τροφικής αλλεργίας περιγράφεται να έχει δεκαπλασιαστεί στα τελευταία 10-15 χρόνια, ακολουθώντας την άνοδο των υπόλοιπων ατοπικών νοσημάτων (αλλεργικό άσθμα και ρινίτιδα), φτάνοντας να αφορά πια μέχρι και το 10% του παιδικού πληθυσμού. Σημαντικότερο ακόμα, η μακροχρόνια επιμονή της αλλεργίας σε ένα ή περισσότερα τρόφιμα υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής του παιδιού και της οικογένειας, κυρίως λόγω των διαιτητικών περιορισμών, δικαιολογημένων και μη, αλλά και του διαρκώς αιωρούμενου κινδύνου για συστηματική, αναφυλακτική αντίδραση σε κάποια τυχαία έκθεση του παιδιού στην αλλεργιογόνο τροφή. Χαρακτηριστικά, αναφέρεται το παράδειγμα της αλλεργίας στο φυστίκι ή κάποιον ξηρό καρπό, που μπορεί να συνδέεται με μείωση του επιπέδου της ποιότητας ζωής μεγαλύτερη κι από αυτή σε παιδιά με ινσουλινο-εξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη. Η αντιμετώπιση του προβλήματος κρίνεται λοιπόν επιτακτική και απαιτεί εξατομικευμένο διαγνωστικό έλεγχο, αλλεργιολογική συμβουλευτική και ενεργητική απευαισθητοποίηση, όπου αυτή είναι δυνατή.

α) Ποιοι ασθενείς χρειάζονται ειδική αλλεργιολογική αξιολόγηση για τροφική αλλεργία;

Αξιολόγηση δικαιούνται όλα τα παιδιά (και σχετικά σπανιότερα οι ενήλικοι) που αποφεύγουν την τακτική χορήγηση κάποιου συγκεκριμένου τροφίμου για την πιθανότητα τροφικής αλλεργίας - ο πρωταρχικός σκοπός εδώ είναι η συνολική εκτίμηση του κινδύνου και η εισαγωγή όλων των ασφαλών τροφών στο διαιτολόγιο. Συγκεκριμένα:

  1. Ασθενείς στους οποίους η χορήγηση της συγκεκριμένης τροφής προκάλεσε στο παρελθόν συμπτώματα. Τα πιο τυπικά συμπτώματα είναι οι πομφοί (κόκκινα εξανθήματα που θυμίζουν τσίμπημα κουνουπιού), η φαγούρα στο στόμα, ο έμετος ή/και συμπτώματα από το αναπνευστικό (βήχας, σφύριγμα, δύσπνοια), ενώ σπανιότερα μπορεί η κατανάλωση της τροφής να συνδέεται με διάφορα χρόνια συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα και καθυστέρηση στην ανάπτυξη.
  2. Ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε κάποια αλλεργιολογική εξέταση (συνήθως εξέταση αίματος τύπου RAST) στο παρελθόν, και έχουν θετικά αποτελέσματα για κάποια τροφή, χωρίς όμως να τους έχει δοθεί ειδική αλλεργιολογική συμβουλευτική. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις θετικών εξετάσεων RAST, αυτές δεν αντιστοιχούν σε κλινική νόσο, με αποτέλεσμα να είναι ασφαλής η καθοδηγούμενη επανεισαγωγή του τροφίμου.
  3. Παιδιά (και λιγότερο συχνά ενήλικες) με οδηγία αποφυγής κάποιας τροφής, χωρίς αυτή να στηρίζεται σε ιστορικό συμβατών συμπτωμάτων. Και εδώ απαιτείται να διαλευκανθεί η αναγκαιότητα ή μη του περιορισμού στη δίαιτα, αφού είναι συχνό φαινόμενο ολόκληρες ομάδες τροφίμων να αποκλείονται από το διαιτολόγιο με βάση περισσότερο παρα-επιστημονικές λογικές, παρά αποδεδειγμένη γνώση.


β) Πώς μπορεί να βοηθήσει η ειδική αλλεργιολογική προσέγγιση;

Πρωταρχικά, μπορεί να εξασφαλιστεί η σωστή διάγνωση. Αυτή στηρίζεται αρχικά στην κλινική εκτίμηση, τον εξατομικευμένο έλεγχο με δερματικές δοκιμασίες νυγμού (ανώδυνα δερματικά τεστ με τις διάφορες αλλεργιογονικές πρωτεΐνες) και επιδερμιδικές δοκιμασίες (ειδικά αυτοκόλλητα που περιέχουν την τροφή προς εξέταση), αλλά και τον κατάλληλο εργαστηριακό έλεγχο, με χρήση τόσο των κλασικών ορολογικών μεθόδων, όσο και των σύγχρονων μοριακών τεχνικών. Η πολύπλευρη αυτή προσέγγιση μπορεί να αποσαφηνίσει την πιθανότητα τροφικής αλλεργίας, αλλά και να εκτιμήσει ποιοτικά και ποσοτικά τη βαρύτητα ενδεχόμενης αντίδρασης. Σε περίπτωση που πιθανολογείται ισχυρά η κλινική ανοχή (δηλαδή η απουσία της αλλεργίας ή η αποδρομή της), η τροφή εισάγεται στη διατροφή του ασθενούς με ελεγχόμενη πρόκληση σε κατάλληλα εξοπλισμένο χώρο της Κλινικής, ώστε να μπορεί να χορηγηθεί στη συνέχεια άφοβα στο σπίτι. Αντίθετα, στις περιπτώσεις όπου η κλινική αλλεργία αξιολογείται ως αρκετά πιθανή, παρέχεται ειδική συμβουλευτική για τους τρόπους αποφυγής του τροφίμου, την ορθή αντιμετώπιση ενδεχόμενης αντίδρασης και τους διαιτητικούς χειρισμούς που απαιτούνται. Είναι απαραίτητο εδώ να εκτιμηθεί η πιθανότητα και να περιγραφεί το εύρος της αναμενόμενης διασταυρούμενης αντιδραστικότητας (cross-reactivity) – με απλά λόγια ο ασθενής και η οικογένεια θα πρέπει να γνωρίζουν ποιες τροφές, σχετικές ή φαινομενικά άσχετες, μπορεί να περιέχουν συγγενικές αλλεργιογονικές ουσίες και τι είδους αντίδραση θα περιμέναμε. Για παράδειγμα, πότε ένα παιδί με αλλεργία στο γάλα θα έπρεπε να αποφεύγει και το βοδινό κρέας ή όχι, πότε ένας ασθενής με αλλεργία σε κάποιο ψάρι θα μπορούσε να καταναλώνει εναλλακτικά είδη ψαριών ή άλλα θαλασσινά, αν η υπερευαισθησία στη γαρίδα θα μπορούσε να υποκρύπτει αλλεργικό άσθμα από ακάρεα της σκόνης, ή αν η φαινομενική αλλεργία σε φρούτα θα μπορούσε να αντανακλά για παράδειγμα υπερευαισθησία σε πρωτεΐνες του λάστιχου. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να προβλεφθεί και να ερμηνευθεί τέτοιου είδους "παράδοξη" αντιδραστικότητα, ενώ αντίθετα περιορίζονται άσκοποι αποκλεισμοί τροφίμων, που βασίζονται σε αναπόδεικτη προφορική γνώση και οδηγούν πολλές φορές στη σημαντική αύξηση του καθημερινού κόστους για την οικογένεια, λόγω της ανάγκης κατανάλωσης υποκατάστατων τροφών, όπως στην περίπτωση των σιτηρών ή του αγελαδινού γάλακτος.

Τέλος, σε ένα μεγάλο αριθμό αλλεργικών παιδιών είναι δυνατή η ενεργητική αντιμετώπιση (απευαισθητοποίηση) της τροφικής αλλεργίας, που εκφράζει την πιο σύγχρονη τάση της επιστημονικής βιβλιογραφίας. Αυτή εφαρμόζεται με χρήση ειδικών πρωτοκόλλων σε διαγνωσμένους αλλεργικούς ασθενείς, στους οποίους θέλουμε να αυξήσουμε την καθημερινή ασφάλεια (μειώνοντας τη βαρύτητα αντιδράσεων από τυχαία έκθεση) και να βελτιώσουμε την πρόγνωση, επιταχύνοντας την αποδρομή της συγκεκριμένης αλλεργίας. Στις μέρες μας, η ενεργητική αντιμετώπιση με χορήγηση τροποποιημένης ή διασταυρούμενης πρωτεΐνης τροφής είναι δυνατή στην περίπτωση της αλλεργίας στο αγελαδινό γάλα, το αυγό, το ψάρι και κάποια φυτικά προϊόντα (ξηρούς καρπούς και φρούτα), ενώ εξειδικευμένα πρωτόκολλα επαγωγής της ανοχής είναι εφαρμόσιμα σε επιλεγμένα παιδιά με επίμονη, ισχυρή αλλεργία στο αγελαδινό γάλα, με σκοπό τη συνολική βελτίωση της ασφάλειας και της ποιότητας ζωής ολόκληρης της οικογένειας.

 

Αξιοποίηση της Μοριακής Διαγνωστικής

Η ραγδαία αύξηση της συχνότητας των αλλεργιών και οι σημαντικές συνέπειες σε οικονομοτεχνικό επίπεδο παγκοσμίως έχουν πυροδοτήσει το επιστημονικό ενδιαφέρον και τη σχετική ερευνητική δραστηριότητα. Το πιο σύγχρονο επίτευγμα, με εφαρμογή στην κλινική διαγνωστική, αποτελεί η χρήση των μοριακών διαγνωστικών μεθόδων. Με αυτές, είναι πλέον δυνατός ο ακριβέστερος επιμερισμός των χαρακτηριστικών της αλλεργίας, αφού μπορούμε να γνωρίζουμε, όχι μόνο απέναντι σε ποια τροφή έχει φτιάξει ‘αλλεργικά’ αντισώματα ο οργανισμός, αλλά και σε ποια συγκεκριμένα μόρια της τροφής. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία του, αναφέρεται το παράδειγμα των ξηρών καρπών, που περιέχουν δεκάδες ξεχωριστά αλλεργιογόνα ο καθένας. Παραδοσιακά, ένας ασθενής με θετικό αλλεργιολογικό έλεγχο δε θα μπορούσε να γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνουν τα όποια θετικά του αποτελέσματα: σημαίνουν ότι μπορεί να καταναλώνει μερικούς καρπούς τη φορά χωρίς συμπτώματα πέρα από μια ήπια φαγούρα στο στόμα, ή μήπως σημαίνουν ότι ο ασθενής κινδυνεύει με βαριά αναφυλακτική αντίδραση σε επαφή ακόμα και με ίχνη του συγκεκριμένου καρπού; Πρόκειται για μια αλλεργία που θα περάσει, ή μήπως για μια μακροχρόνια και επίμονη νόσο; Αυτές οι πληροφορίες δίνονται πλέον από τη γνώση του υπεύθυνου αλλεργιογόνου μορίου στην τροφή, που μπορεί να είναι ‘σκληρότερο’ ή ‘ηπιότερο’, οπότε και η αλλεργία ακολουθεί τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά.

Αντίστοιχες μέθοδοι είναι διαθέσιμες για τις περισσότερες τροφικές αλλεργίες (σε ξηρούς καρπούς, φρούτα και λαχανικά, σιτηρά, αυγό και γάλα, ψάρια και θαλασσινά), αλλά η χρησιμότητα της μοριακής διαγνωστικής δε σταματά εκεί:

  • Βοηθά στον καλύτερο προσδιορισμό της ‘ένοχης’ πρωτεΐνης στην περίπτωση του αλλεργικού άσθματος και της αλλεργικής ρινίτιδας. Έτσι, μπορούν να διαλευκανθούν τα αποτελέσματα συμβατικών εξετάσεων, ειδικά όπου εμφανίζονται πολλές θετικές τιμές, δηλαδή σε πολυ-ευαισθητοποιημένους ασθενείς.
  • Βοηθά στην καλύτερη επιλογή ασθενών για ανοσοθεραπεία σε περιβαλλοντικά αλλεργιογόνα - λειτουργεί δηλαδή ως ένα αποτελεσματικό φίλτρο, ώστε να υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία μόνο οι ασθενείς με ικανό προσδόκιμο όφελος.
  • Συμβάλλει στην επιλογή του καταλληλότερου σχήματος ανοσοθεραπείας, με βάση τις περιεκτικότητες των διαφόρων σκευασμάτων στα διάφορα μοριακά αλλεργιογόνα. Με αυτόν τον τρόπο, αυξάνεται η αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας στο συγκεκριμένο ασθενή.
  • Αποσαφηνίζει το υπεύθυνο μοριακό αλλεργιογόνο στην περίπτωση αλλεργίας σε υμενόπτερα (μέλισσα, σφήκα). Και εδώ το όφελος είναι η αποτελεσματικότερη ανοσοθεραπεία σε σχέση με τις κλασικές μεθόδους διερεύνησης.


Επιστημονικά υπεύθυνος Αλλεργιολογικού Ιατρείου:

Σάββας Σαββατιανός
Αλλεργιολόγος Παίδων & Ενηλίκων
Επιστημονικός Συνεργάτης Αλλεργιολογικής Μονάδας
Β’ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών
E-mail: ss@allergy.gr
URL: www.allergiologos-thessaloniki.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ