ΠΙΣΩ
Η στήλη του εκδότη
Τεύχος 26
Η στήλη του εκδότη

Απλά και καθαρά

Ανάμεσα στα πολλά και δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας με την οικονομική κρίση που την πλήττει, το πρόβλημα της παροχής υπηρεσιών υγείας είναι απ’ τα σημαντικότερα και πιο θεμελιώδη για οποιονδήποτε Έλληνα πολίτη. Η γνωστή φράση ότι «η υγεία είναι το πολυτιμότερο αγαθό», στην περίπτωση μάλιστα αυτή, έχει απόλυτη και πρακτική εφαρμογή. Και μπροστά στα πολλά μαύρα σύννεφα που συγκεντρώνονται στον ορίζοντα, το ερώτημα που ανακύπτει είναι άραγε τι πρέπει να γίνει ώστε να μην υποβαθμιστούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες στους Έλληνες ασθενείς ή τουλάχιστον να διατηρηθούν αυτές σ’ ένα επίπεδο ανεκτό, που να ανταποκρίνεται στις μέσες ανάγκες της σημερινής εποχής, αλλά και του πολιτιστικού επιπέδου της χώρας μας.

Για τις υπηρεσίες υγείας του δημόσιου τομέα έχει γίνει πολύς λόγος μέχρι σήμερα, έχουν δώσει τη γνώμη τους αρμόδιοι και αναρμόδιοι και, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή αυτή, το τοπίο δεν φαίνεται να ξεκαθαρίζει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι μας ευχόμαστε να επικρατήσει λογική, ειλικρίνεια και εντιμότητα, ώστε ο Έλληνας ασθενής, και μάλιστα αυτός που ανήκει στις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις, να μη στερηθεί των στοιχειωδέστερων παροχών που άλλωστε αποτελούν πια σήμερα ανθρώπινο δικαίωμα.

Στον ιδιωτικό τομέα όμως, όπου επικεντρώνεται και το ενδιαφέρον το δικό μας για λόγους αυτονόητους, μπορούν να γίνουν μερικά πράγματα απλά, σωστά και καθαρά, που θα βοηθήσουν τη διατήρηση ενός σχετικά υψηλού επιπέδου παροχής υπηρεσιών υγείας, χωρίς απ’ την άλλη μεριά να εξακολουθήσουν να επικρατούν ανώμαλες, ανήθικες και σκοτεινές διασυνδέσεις και διαπλοκές, που είχαν κατακλύσει τον τομέα της υγείας στο παρελθόν.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι ακριβώς πρέπει να γίνει. Και, φυσικά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά που πρέπει να γίνουν είναι πολλά. Επειδή όμως συνήθως στα πολλά χάνεται η ουσία, εμείς θα προτείναμε μερικά απλά και ξεκάθαρα, που θα διαλευκάνουν την κατάσταση και θα δώσουν την ευκαιρία στον ασθενή (αν φυσικά εφαρμοστούν) να επιλέξει εκείνο που θέλει και να ξέρει αν αυτό που θέλει είναι και μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του. Ασφαλώς, θα ήταν καλό οι υπηρεσίες υγείας στον ιδιωτικό τομέα να είναι προσιτές σε όλους τους Έλληνες, επειδή όμως δυστυχώς ο οικονομικός παράγων που παρεμβαίνει είναι παντοδύναμος, πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια να μειωθεί κατά το δυνατόν ο αριθμός των ανθρώπων που δεν τους είναι προσιτές οι υπηρεσίες υγείας του ιδιωτικού τομέα. Και το επόμενο ερώτημα είναι πώς μπορεί να γίνει αυτό.

Το πρώτο μέτρο που πρέπει να ληφθεί είναι να γίνει, επιτέλους, κοστολόγηση όλων των ιατρικών πράξεων που καλύπτουν το φάσμα της παροχής υπηρεσιών υγείας. Μέχρι σήμερα, τέτοια κοστολόγηση δεν υπήρξε ποτέ. Κάποιοι αποφάσιζαν τελείως «στα τυφλά» ότι η τάδε πράξη πρέπει να κοστολογηθεί με το άλφα ποσό. Τέτοιου είδους όμως κοστολόγηση είναι και παράλογη και αντιεπιστημονική και φυσικά και αντιοικονομική. Χρειάζεται κοστολόγηση καθαρή, στηριγμένη πάνω σε μια επιστημονική μελέτη του αντικειμένου.

Δεύτερον, πρέπει να εξηγηθεί στους Έλληνες ασθενείς ότι η νοσηλεία τους στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί κατά 100% από τις παροχές των ασφαλιστικών οργανισμών, που είναι φυσικό να μην μπορούν να επεκταθούν πέραν των περιορισμένων σήμερα δυνατοτήτων τους. Αυτό σημαίνει ότι ο άρρωστος που αποφασίζει να πάει σε μια ιδιωτική Κλινική θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι θα καταβάλει και εξ’ ιδίων ένα χρηματικό ποσό, που θα συμπληρώσει αυτό που δίνει ο ασφαλιστικός οργανισμός του. Αυτό είναι αυτονόητο, γιατί όταν μια ιατρική πράξη κοστίζει ένα άλφα ποσό και ο ασφαλιστικός οργανισμός καλύπτει μόνο το μισό απ’ αυτό, το άλλο μισό θα πρέπει να το πληρώσει ή ο ίδιος ο άρρωστος, ή η Κλινική που τον νοσηλεύει. Είναι όμως λογικό να απαιτήσουμε απ’ τις Κλινικές να πληρώνουν εκείνες το κόστος της νοσηλείας;

Το τρίτο βήμα που πρέπει να γίνει είναι να υποδειχθεί στις ιδιωτικές Κλινικές ότι κατά την είσοδο του αρρώστου για νοσηλεία, θα πρέπει να του εξηγείται ποια θα είναι η προσωπική οικονομική του επιβάρυνση. Δεν είναι μάλιστα άσκοπο να επικυρώνεται η εξήγηση αυτή και με ενυπόγραφη δήλωση. Έτσι, και ο άρρωστος θα ξέρει απ’ την αρχή ποια θα είναι η δική του οικονομική συμμετοχή, αλλά και οι Κλινικές θα είναι υποχρεωμένες να περιοριστούν σε κείνο που συμφώνησαν και συνυπέγραψαν.

Η απαίτηση των διαφόρων ασφαλιστικών οργανισμών να υπογράψουν οι Κλινικές συμβάσεις, όπου θα συμπεριληφθεί άρθρο με το οποίο «απαγορεύεται απολύτως η απαίτηση οποιουδήποτε χρηματικού ποσού απ’ τον ασθενή», όταν μάλιστα αυτοί οι ασφαλιστικοί οργανισμοί δίνουν ποσά τα οποία είναι κυριολεκτικά για γέλια, δεν πετυχαίνει τίποτε άλλο παρά να προαγάγει την ιδέα στον Έλληνα ότι οι νόμοι και οι συμβάσεις γράφονται και υπογράφονται για να παραβαίνονται. Θα ήταν πολύ προτιμότερο (και αυτό βέβαια θα έπρεπε να έχει πολύ γενικότερη εφαρμογή) κάθε νόμος, κάθε σύμβαση, κάθε συμφωνία, να περιέχει όρους λογικούς και πρακτικά εφαρμόσιμους, ώστε κάποτε να καταστεί αντίληψη και στην Ελλάδα (όπως γίνεται σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο) ότι οι νόμοι δεν ψηφίζονται για να τους εφαρμόζουν όσοι θέλουν, αλλά για να είναι υποχρεωτικοί για τους πάντες. Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει και οι νόμοι να είναι στηριγμένοι στην λογική και να είναι γραμμένοι καθαρά και κατανοητά απ’ τον καθένα, ώστε να μην επιδέχονται ποικίλες ερμηνείες – ένα φαινόμενο που στον τόπο μας αποτελεί τον καθημερινό κανόνα.

Βέβαια, θα διερωτηθεί κανείς, με τόσο απλά μέσα είναι δυνατόν να βελτιωθούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας στον Έλληνα ασθενή; Θα ήταν μάλλον υπερβολικά αισιόδοξο να απαντήσει κανείς θετικά στο ερώτημα αυτό, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι αν αυτό αποτελέσει τη βάση της παραπέρα συνεργασίας των εμπλεκομένων μερών, το αποτέλεσμα θα είναι και θετικό και ευεργετικό. Και οι άρρωστοι θα έχουν σωστή και γενικά ικανοποιητική αντιμετώπιση (και προσιτή στο βαλάντιό τους), αλλά και οι Κλινικές θα μπορούν να συνεχίσουν το έργο τους, χωρίς να απαιτείται απ’ αυτές να νοσηλεύουν αρρώστους, πληρώνοντας οι ίδιες το τίμημα της νοσηλείας, όπως παράλογα απαιτείται τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό σήμερα.

Θα πει κάποιος ότι όλα αυτά είναι καλά, αλλά τι θα γίνει με τις διαπλοκές, τις μίζες, τις υπερτιμολογήσεις, όλα αυτά τα τραγικά φαινόμενα που κυριολεκτικά τίναξαν στον αέρα το σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας στον τόπο μας. Η άποψή μας είναι ότι όσο σωστότερες και καθαρότερες βάσεις τεθούν, τόσο ευκολότερο θα είναι να ελέγχεται το σύστημα και να μπαίνουν στο περιθώριο αυτόματα όλοι εκείνοι που θέλουν να ξαναγυρίσουν στα απαράδεκτα φαινόμενα του παρελθόντος. Απομένει να απαντηθεί αν η πολιτεία είναι διατεθειμένη να πάρει όλα αυτά τα μέτρα, με λογική, με καθαρότητα και με ειλικρίνεια και να προχωρήσει προς τα εμπρός. Αν γίνει αυτό, τότε δικαιολογείται αισιοδοξία, έστω και συγκρατημένη, για το μέλλον. Αλλιώτικα, η σημερινή κατάσταση της κατάρρευσης του όλου συστήματος θα επιδεινωθεί και οι συνέπειες μπορεί να είναι απρόβλεπτες.
 

Ο Διευθυντής της Κλινικής
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ