ΠΙΣΩ
Γονιμότητα - Ωάρια. Ποιότητα και Ποσότητα 
Τεύχος 47
Γονιμότητα - Ωάρια. Ποιότητα και Ποσότητα 

Η γονιμότητα μειώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία. Η ωορρηξία και η περίοδος σηματοδοτούν την έναρξη της γονιμότητας και η εμμηνόπαυση τη λήξη. Έχει αποδειχθεί ότι μια γυναίκα παύει να είναι γόνιμη 5 με 10 χρόνια πριν την εμμηνόπαυση. 

Μετά από το 35-37ο έτος ηλικίας, παρατηρείται σημαντική πτώση της γονιμότητας μιας γυναίκας. Πολλά ζευγάρια καθυστερούν την έναρξη προσπάθειας για απόκτηση παιδιού λόγω αυξημένων επαγγελματικών και οικονομικών υποχρεώσεων. Ακόμα και όταν οι γυναίκες χαίρουν άκρας υγείας, η διαδικασία «γήρανσης» των ωαρίων τους και η μείωση του αριθμού τους με την πάροδο του χρόνου συνεχίζει ακάθεκτη με αποτέλεσμα την ελλάτωση της γονιμότητάς τους. 


Ωορρηξία και έμμηνος ρύση

Κατά τη δίαρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας, οι γυναίκες έχουν έμμηνο ρύση επειδή τα ωάριά τους ωριμάζουν και επιτελείται η διαδικασία της ωορρηξίας. 

Τα ωάρια ωριμάζουν μέσα σε θυλάκια με υγρό που ονομάζονται ωοθυλάκια. Κάθε γυναίκα γεννιέται με έναν συγκεκριμένο αριθμό ωοθυλακίων και ωαρίων (ωάριο = αυγό) και δεν μπορεί να δημιουργήσει καινούρια. Κάθε ωοθυλάκιο περιέχει και ένα ωάριο. Κατά τη γέννηση, οι ωοθήκες περιέχουν 1-2 εκατομμύρια ωάρια και συνεχώς ο αριθμός τους μειώνεται, με αποτέλεσμα στην εφηβεία να έχουν μείνει γύρω στις 300 χιλιάδες. Ο αριθμός τους συνεχίζει να μειώνεται και, όταν απομείνουν γύρω στα 1000, επέρχεται η εμμηνόπαυση. 

Κάθε μήνα, ένας αριθμός ωοθυλακίων αρχίζει να αναπτύσσεται και τα ωάρια μέσα σε αυτά ωριμάζουν. Ένα από τα ωοθυλάκια γίνεται μεγαλύτερο, ενώ τα υπόλοιπα παύουν να αναπτύσσονται, λαμβάνει χώρα η ατρησία, και επειτα χάνονται για πάντα. Μόνο το επικρατές ωοθυλάκιο συνεχίζει να αναπτύσσεται και το ωάριο που περιέχει ωριμάζει και ελευθερώνεται κατά την ωορρηξία. Έτσι, σε κάθε κύκλο παράγεται ένα ώριμο ωάριο, αλλά χάνονται περισσότερα. Κάθε γυναίκα απελευθερώνει κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής της ηλικίας περίπου 300 ώριμα ωάρια. 

Το ωάριο για να ωριμάσει ολοκληρώνει τη διαδικασία της μίτωσης. Η μίτωση είναι ο τύπος κυτταρικής διαίρεσης με την οποία παράγονται τα ωάρια και τα σπερματοζωάρια που φέρουν το μισό αριθμό χρωμοσωμάτων (23) από τα υπόλοιπα (σωματικά) κύτταρα του οργανισμού. Στη γονιμοποίηση, ένα ωάριο και ένα σπερματοζωάριο συνενώνονται, σχηματίζοντας ένα νέο κύτταρο, το οποίο ονομάζεται ζυγωτό και περιέχει 46 χρωμοσώματα. Από το ζυγωτό, με συνεχείς μιτωτικές διαιρέσεις, προκύπτει ο νέος οργανισμός.
 

Ποιότητα και ποσότητα ωαρίων

Στον γυναικολογικό υπέρηχο, στην αρχή κάθε κύκλου, μπορούμε να δούμε και να μετρήσουμε τα ωοθυλάκια που άρχιζουν να αναπτύσσονται. Η μέτρηση των ωοθυλακίων (antral follicle count) αντανακλά τις εφεδρείες των ωοθηκών σε ωάρια και αποτελεί διαγνωστικό εργαλείο για την εκτίμηση της ποσότητας των ωαρίων που υπάρχουν στις ωοθήκες. Όσο πιο πολλά ωάρια φέρουν οι ωοθήκες, τόσο πιο πολλά αναπτύσσονται σε κάθε κύκλο. 

Ένας άλλος τρόπος εκτίμησης της πόσοτητας των ωαρίων που έχουν «απομείνει» στις ωοθήκες είναι η μέτρηση της AMH (Αντιμυλλέριος ορμόνη - Anti-Müllerian hormone). Η ορμόνη αυτή παράγεται από τα ωοθυλάκια που έχουν απομείνει στις ωοθήκες. Η μέτρηση της ΑΜΗ μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μέρα του κύκλου.

Τόσο η AMH όσο και η μέτρηση των ωοθυλακίων στον υπέρηχο εκφράζουν κυρίως την ποσότητα και όχι την ποιότητα ωαρίων. 

Δεν υπάρχει αξιόπιστος τρόπος εκτίμησης της ποιότητας των ωαρίων μιας γυναίκας. Γνωρίζουμε ότι η ποίοτητα των ωαρίων ελλατώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία, λόγω των λαθών που συμβαίνουν στη μιτωτική διαίρεση. Τα λάθη αυτά προκαλούν ανευπλοειδίες, δημιουργία δηλαδή ωαρίων με περισσότερα ή λιγότερα χρωμοσώματα από τον φυσιολογικό αριθμό (23). Ένα ανευπλοειδικό ωάριο, όταν γονιμοποιηθεί, θα δημιουργήσει ένα έμβρυο με επίσης μη φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων. Το έμβρυο αυτό είτε δεν θα εμφυτευτεί στο ενδομήτριο (μη εγκυμοσύνη), είτε θα εμφυτευτεί αλλά εξαιτίας των χρωματοσωμικών λαθών θα σταματήσει να αναπτύσσεται (αποβολή), είτε θα συνεχίσει να αναπτύσσεται και θα δημιουργήσει έναν οργανισμό που φέρει κάποιο γενετικό σύνδρομο (όπως π.χ. το σύνδρομο Down, που προκαλείται όταν υπάρχει ένα επιπλέον χρωμόσωμα 21).

Οπότε, όσο η ηλικία της γυναίκας αυξάνεται, παρατηρείται ελλάτωση της γονιμότητας, αύξηση της συχνότητας αποβολών και αύξηση της συχνότητας δημιουργίας εμβρύων με χρωματοσωμικές ανωμαλίες. Στη δεκαετία των 20 ετών, η ποιότητα των ωαρίων είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα. Μετά την ηλικία των 35-37 ετών κατά μέσο όρο, η ποιότητα των ωαρίων που παράγει μια γυναίκα μειώνεται αισθητά, ακόμα και αν η ποσότητα παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα.


Υπογονιμότητα

Ως υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από προσπάθειες σύλληψης ενός έτους. Αν όμως η γυναίκα είναι μεγαλύτερη των 35 ετών, πρέπει να ζητήσει τη συμβουλή ειδικού μετά από 6 μήνες προσπάθειας. Σε ύπαρξη προφανών προβλημάτων που μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα (όπως αμμηνόρροια, ασταθείς κύκλοι, σεξουαλική δυσλειτουργιά, ιστορικό πυελικών φλεγμονών), πρέπει να ξεκινήσει ο ιατρικός έλεγχος άμεσα.
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ