ΠΙΣΩ
Αναπνευστικές διαταραχές στον ύπνο. Ροχαλητό και άπνοια ύπνου
Τεύχος 44
Αναπνευστικές διαταραχές στον ύπνο. Ροχαλητό και άπνοια ύπνου

Ο ύπνος είναι απαραίτητος για τη διατήρηση της υγείας και της ευεξίας του ατόμου. Αποτελεί μια φυσιολογική και αναγκαία κατάσταση, κατά την οποία ο οργανισμός επιτυγχάνει την αποκατάσταση των βασικών του λειτουργιών. Ο φυσιολογικός ύπνος ορίζεται από τη διάρκειά του και τη δομή του, στοιχεία που επηρεάζονται από την ηλικία, τη γενική κατάσταση υγείας, τις συνθήκες ζωής, αλλά και από το περιβάλλον. 
 

Ο φυσιολογικός ύπνος

Ο ύπνος δεν είναι ίδιος σε όλη τη διάρκειά του. Είναι αναστρέψιμο φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από τη σχετική ακινησία και τη μυϊκή ατονία και χωρίζεται σε 2 φάσεις: τον ύπνο REM που ονομάζεται έτσι από τις χαρακτηριστικές γρήγορες κινήσεις των οφθαλμών (Rapid Eye Movement-REM) (20% της διάρκειας του ύπνου) και τον ύπνο μη REM (NonREM-NREM) όπου απουσιάζουν οι οφθαλμικές κινήσεις και έχει τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια (80% περίπου του χρόνου ύπνου). Η φάση REM, που συνδέεται με την εμφάνιση των ονείρων, λέγεται και παράδοξος ύπνος, γιατί η εγκεφαλική δραστηριότητα όπως τη βλέπουμε στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα του ύπνου μοιάζει πολύ με αυτή της εγρήγορσης. Ο ύπνος όμως είναι βαθύς, η μυϊκή ατονία μεγαλύτερη και το ξύπνημα δύσκολο. Αντίθετα, ο NREM ύπνος έχει διάφορα επίπεδα βυθιότητας και αυτό τον χωρίζει σε στάδια που ονομάζονται 1, 2 και 3. Ο διαχωρισμός των σταδίων γίνεται από τη μορφολογία των ηλεκτροφυσιολογικών σημάτων του εγκεφάλου, που αντανακλούν το βάθος του ύπνου και τη δυσκολία αφύπνισης. Ο ύπνος αρχίζει με το στάδιο 1 και ακολουθούν τα επόμενα μέχρι την εμφάνιση της REM φάσης. Αυτή η περίοδος λέγεται υπνικός κύκλος, έχει διάρκεια 90-120 λεπτά και εμφανίζεται 3-4 φορές σε έναν 8ωρο ύπνο. 

Οι δυσκολίες και τα προβλήματα ύπνου είναι πολύ κοινά στον γενικό πληθυσμό. Περίπου 10-30% εκτιμούν «φτωχό» και «ανεπαρκή» τον καθημερινό ύπνο τους, ανεξάρτητα από την αιτιολογία. Έτσι, τα προβλήματα που αφορούν στον ύπνο είναι δεύτερα σε συχνότητα μετά τον πόνο, αλλά σπάνια έχουν την προσοχή που πρέπει στην αξιολόγηση και διαχείρισή τους. Στον γενικό πληθυσμό, οι πιο συχνές διαταραχές του ύπνου είναι η αϋπνία και το σύνδρομο απνοιών/υποπνοιών (υπνική άπνοια). Συχνά, αυτές οι δυο καταστάσεις συγχέονται, αλλά εύκολα μπορούν να ξεχωρίσουν από τους ειδικούς και να καταλήξουν με σωστή διάγνωση σε θεραπεία. 

Οι πλέον γνωστές αναπνευστικές διαταραχές κατά τη διάρκεια του ύπνου περιλαμβάνουν το έντονο ροχαλητό και την εμφάνιση απνοιών/υποπνοιών.
 

 

Ροχαλητό

Το απλό ροχαλητό δεν είναι πάθηση, ωστόσο δεν είναι αθώο. Ο χαρακτηριστικός ήχος προκαλείται από την ταλάντωση των χαλαρών μαλακών μορίων της φαρυγγικής κοιλότητας, εξαιτίας της μείωσης του μυϊκού τόνου. Η αναπνοή γίνεται κυρίως στοματική, με αποτέλεσμα την πρωινή ξηρότητα του στόματος. Το ροχαλητό εμφανίζεται συχνά στα μικρά παιδιά, αλλά και σε όλες τις ηλικίες. Συχνό αίτιο είναι οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις στην παιδική ηλικία, ενώ στους ενήλικες η αύξηση του βάρους, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ επιτείνουν το φαινόμενο. Το 20% περίπου του γενικού πληθυσμού ροχαλίζει κάθε φορά που κοιμάται, ενώ το 80% ροχαλίζει μόνο περιστασιακά. 

Το ροχαλητό στους περισσότερους δεν προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην υγεία τους. Σε ποσοστό, όμως, περίπου 5% των ενηλίκων, κυρίως ανδρών μέσης ηλικίας με αυξημένο σωματικό βάρος, το μόνιμο και έντονο ροχαλητό μπορεί να έχει επιπτώσεις στην ποιότητα του ύπνου και στη γενική υγεία και θα πρέπει πάντοτε να αξιολογείται, καθώς είναι το συχνότερο σύμπτωμα του Συνδρόμου Απνοιών-Υποπνοιών .

 

Σύνδρομο Απνοιών/Υποπνοιών στον Ύπνο

Το Σύνδρομο Απνοιών/Υποπνοιών στον Ύπνο (ΣΑΥΥ) ή υπνική άπνοια είναι μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από πλήρη (άπνοια) ή μερική (υπόπνοια) διακοπή της αναπνοής κατά τον ύπνο, η οποία θα πρέπει να υπερβαίνει σε διάρκεια τα 10 δευτερόλεπτα. Οι άπνοιες στον ύπνο χαρακτηρίζονται ως αποφρακτικές, όταν η προσπάθεια εισπνοής αυξάνεται όσο διαρκεί η άπνοια και ως κεντρικές, όταν δεν υπάρχει εισπνευστική προσπάθεια. Αν η άπνοια έχει και τα δυο χαρακτηριστικά, λέγεται μεικτή. Για να εμφανιστούν οι κλινικές εκδηλώσεις, συνήθως απαιτούνται πάνω από 15 άπνοιες ανά ώρα ύπνου.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η διακοπή της αναπνοής οφείλεται σε πλήρη ή μερική απόφραξη της περιοχής του φάρυγγα (κυρίως πίσω από τη μαλακή υπερώα και τη γλώσσα), που χαρακτηρίζει το ΣΑΥΥ αποφρακτικού τύπου. Σπανιότερα παρατηρείται κεντρικού τύπου ΣΑΥΥ, συχνά σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή διάφορες νευρολογικές παθήσεις, όπου προκαλείται δυσλειτουργία στη ρύθμιση της αναπνοής από το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Το ΣΑΥΥ είναι πολύ συχνό στον γενικό πληθυσμό. Υπολογίζεται ότι 2-4% του πληθυσμού πάσχει από ΣΑΥΥ, αλλά εκτιμάται ότι το ποσοστό έχει αυξηθεί >20% λόγω της ραγδαίας αύξησης της παχυσαρκίας. Εμφανίζεται σε παιδιά και σε ενήλικες με αναλογία ανδρών/γυναικών 2/1. Η αναλογία αυτή εξισώνεται μετά την 5η δεκαετία της ηλικίας, γιατί το ποσοστό των γυναικών με ΣΑΥΥ αυξάνεται μετά την εμμηνόπαυση, πιθανότατα λόγω της αύξησης του σωματικού τους βάρους και της ορμονικής μεταβολής. Πρόσφατη επιδημιολογική μελέτη που δημοσιεύτηκε σε αμερικανικό περιοδικό επισημαίνει ότι 13% των ενηλίκων ανδρών και 6% των γυναικών έχει σύνδρομο υπνικής άπνοιας σε τέτοια βαρύτητα (αριθμός απνοιών και υποπνοιών άνω των 15 ανά ώρα ύπνου), ώστε είναι αναγκαία η θεραπευτική αντιμετώπιση, ακόμη και όταν απουσιάζουν τα κλινικά συμπτώματα.  
 

 


Συμπτώματα

Τα συμπτώματα του ΣΑΥΥ διακρίνονται σε ημερήσια και σε νυχτερινά. Συχνά, τα συμπτώματα του συνδρόμου στη διάρκεια του ύπνου δεν γίνονται αντιληπτά από τον πάσχοντα, αλλά από τον/τη σύντροφο. Αυτά είναι το μόνιμο και έντονο ροχαλητό, οι διακοπές (παύσεις) της αναπνοής, οι απότομες αφυπνίσεις με αίσθημα πνιγμονής, οι απότομες κινήσεις άκρων/σώματος και τα τινάγματα ή το παραμιλητό. Ο πάσχων μπορεί να παραπονεθεί για αϋπνία με συχνές αφυπνίσεις, έντονα όνειρα-εφιάλτες, νυχτερινή συχνοουρία και εφίδρωση, ξηροστομία και πονοκέφαλο (βαρύ κεφάλι) στο πρωινό ξύπνημα. 

Από τα ημερήσια συμπτώματα πολύ σημαντικό είναι η υπνηλία. Οι ασθενείς με σοβαρό ΣΑΥΥ παρουσιάζουν ημερήσια υπνηλία, ακόμη και κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων ή της εργασίας. Παράλληλα, εμφανίζουν ημερήσια κόπωση χωρίς εμφανή λόγο και παρά τον ικανοποιητικό σε διάρκεια ύπνο, διαταραχή του συναισθήματος (από απλή μελαγχολία έως κατάθλιψη). Στις βαρύτερες περιπτώσεις παρουσιάζεται μείωση της μνήμης, της ικανότητας συγκέντρωσης και της παρατηρητικότητας. Τέλος, μπορεί να παρατηρηθεί σεξουαλική δυσλειτουργία (μειωμένη libido) χωρίς υποκείμενο οργανικό αίτιο.
 

 

Προδιαθεσικοί παράγοντες

Κύριοι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η παχυσαρκία, η μεγάλη περίμετρος λαιμού, το ανδρικό φύλο, αλλά και οι κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες, ανατομικά αποφρακτικά αίτια στον ανώτερο αεραγωγό (υπερτροφικές αμυγδαλές, σκολίωση ρινικού διαφράγματος, υπερτροφικές ρινικές κόγχες, μεγάλη σταφυλή, μακρυγλωσσία), η μετεμμηνοπαυσιακή περίοδος για τις γυναίκες. Πρόσθετοι παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνιση ΣΑΥΥ είναι το κάπνισμα, η γαστροισοφαγική παλινδρόμηση, το αλκοόλ, φάρμακα, ορμονικές διαταραχές (υποθυρεοειδισμός, μεγαλακρία).

 

Επιπτώσεις του ΣΑΥΥ

Το ΣΑΥΥ συμβάλει στην ανάπτυξη μιας σειράς διαταραχών που σχετίζονται με το καρδιαγγειακό σύστημα. Οι άπνοιες στον ύπνο συνδέονται με αυξημένη επίπτωση καρδιαγγειακών επιπλοκών, όπως αρτηριακή υπέρταση, στεφανιαία νόσος, έμφραγμα του μυοκαρδίου. Συχνή είναι και η εμφάνιση καρδιακών αρρυθμιών κατά τη διάρκεια του ύπνου ασθενών με ΣΑΥΥ (εναλλαγές ταχυκαρδίας - βραδυκαρδίας, βραδυαρρυθμίες, κοιλιακές αρρυθμίες, κολπική μαρμαρυγή). Επίσης, έχει βρεθεί ότι οι ασθενείς αυτοί έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ενώ αν το ΣΑΥΥ παραμείνει χωρίς θεραπεία προκαλεί την ανάπτυξη πνευμονικής υπέρτασης. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει τη συμμετοχή του ΣΑΥΥ στην πρόκληση διαταραχών του μεταβολισμού της γλυκόζης και στην αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη και τείνει να αποτελέσει ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2. Aποτελέσματα ερευνών συνδέουν τη νόσο με αυξημένο κίνδυνο μεταβολικού συνδρόμου, παχυσαρκίας, γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, ορμονικές και νευρολογικές διαταραχές, προβλήματα ψυχικής υγείας.

Ασθενείς με ΣΑΥΥ και υπνηλία μπορεί να εμφανίσουν κατάθλιψη και συχνά έχουν ελαττωμένες γνωσιακές ικανότητες, μειωμένη προσοχή, συγκέντρωση και μνήμη. Το σύνδρομο έχει σχετιστεί με ελαττωμένη απόδοση στην εργασία και τις καθημερινές δραστηριότητες και μπορεί να είναι υπεύθυνο για ατυχήματα στην οδήγηση, στην εργασία, στον χειρισμό μηχανημάτων. Στα παιδιά και τους εφήβους συνδέεται με χαμηλές σχολικές επιδόσεις λόγω της κακής ποιότητας ύπνου και της σοβαρής ημερήσιας υπνηλίας. 

 

Θεραπευτικά μέσα

Η απόφαση για την επιλογή και εφαρμογή θεραπείας βασίζεται στη βαρύτητα των συμπτωμάτων, στα αποτελέσματα της μελέτης ύπνου, στη συνύπαρξη και άλλων νόσων και στη διάθεση του ίδιου του ασθενούς. 

Στις περιπτώσεις που η βαρύτητα του ΣΑΥΥ είναι ήπια ή μέτρια, η θεραπευτική προσέγγιση αφορά σε συντηρητικά μέτρα. Αναλυτικά, η θεραπεία στοχεύει στην αλλαγή συνηθειών και τρόπου ζωής, όπως η απώλεια βάρους, η αποφυγή αλκοόλ και ηρεμιστικών, η αποφυγή μεγάλων γευμάτων, η διακοπή του καπνίσματος και η αλλαγή θέσης στον ύπνο.

Σε καταστάσεις που υπάρχει έντονη ανατομική ανωμαλία, όπως μεγάλη σκολίωση ρινικού διαφράγματος, υπερμεγέθεις αμυγδαλές, αδενοειδείς εκβλαστήσεις, οστικές ανωμαλίες, η θεραπεία επιτυγχάνεται με χειρουργική αποκατάσταση της περιοχής. Μικρός αριθμός ασθενών μπορεί να βοηθηθεί από τη χρήση ενδοστοματικών συσκευών κατά τον ύπνο που αντιμετωπίζουν το ροχαλητό και τις άπνοιες, με ελαφρά μετακίνηση των ενδοστοματικών δομών και αυξάνοντας τη δίοδο του αεραγωγού. 

Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συντηρητικά μέτρα δεν επαρκούν και δεν υπάρχει ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης. Η θεραπεία βασίζεται στην εφαρμογή συσκευών συνεχούς θετικής πίεσης στους αεραγωγούς (συσκευές CPAP, BPAP) που παρέχουν συνεχή ροή αέρα υπό πίεση μέσω της εφαρμογής μίας μάσκας στη μύτη ή/και στο στόμα. Οι συσκευές θετικής πίεσης είναι η θεραπεία εκλογής, ώστε να διατηρούνται ανοιχτοί οι αεραγωγοί στη διάρκεια του ύπνου. 
 


 

Διάγνωση

Η διάγνωση θα πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένους ιατρούς στα Κέντρα Μελέτης Ύπνου. Σε αυτά γίνεται η λήψη λεπτομερούς ιστορικού, η κλινική και εργαστηριακή εξέταση και στη συνέχεια ο ασθενής παραπέμπεται για μελέτη ύπνου, η οποία λέγεται Πολυκαταγραφική Μελέτη Ύπνου (PSG) – πολυυπνογραφία και είναι η βασική εξέταση για τις αναπνευστικές διαταραχές ύπνου, τόσο στη διάγνωση όσο και στη θεραπεία.

Πρόκειται για μια μη επεμβατική μέθοδο καταγραφής βιολογικών παραμέτρων, όπως η ένταση του ροχαλητού, ο καρδιακός ρυθμός, το εγκεφαλογράφημα, o κορεσμός της αιμοσφαιρίνης, η αναπνευστική προσπάθεια, η ροή του αέρα στο στόμα και τη μύτη. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, ο ασθενής παραμένει για μια τουλάχιστον νύχτα σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο. Η διάρκεια της εξέτασης είναι περίπου 8 ώρες.

Η καταγραφή είναι συνεχής και αφορά στη συνολική διάρκεια του νυκτερινού ύπνου. Η ανάλυση της όλης μελέτης είναι μια πολύωρη και σύνθετη διαδικασία που γίνεται από τον ειδικό ιατρό ύπνου μετά το τέλος της μελέτης. Ειδικοί τεχνολόγοι και νοσηλευτικό προσωπικό παρίστανται σε όλη τη διάρκεια της νύκτας, εξασφαλίζοντας μια άρτια ποιότητα καταγραφής.

Υπάρχουν επίσης και οι καταγραφές περιορισμένου τύπου που περιλαμβάνουν τις υποχρεωτικές καρδιοαναπνευστικές παραμέτρους για τη διάγνωση διαταραχών της αναπνοής στον ύπνο και οι οποίες πραγματοποιούνται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις με ειδικό εξοπλισμό στον θάλαμο του ασθενούς.

 

Εργαστήριο ύπνου

Εργαστήριο ή κέντρο ύπνου ονομάζεται ο ειδικά εξοπλισμένος χώρος για την εξέταση ατόμων κατά τη διάρκεια του ύπνου. Η υποδομή του χώρου πρέπει να εξασφαλίζει συνθήκες φυσιολογικού ύπνου, σε περιβάλλον που να μοιάζει με αυτό του σπιτιού, να έχει ηχοπροστασία και σταθερή θερμοκρασία. Οι συνθήκες αυτές είναι απαραίτητο να υπάρχουν, ώστε να μειωθεί στο ελάχιστο κάθε ανησυχία ικανή να διαταράξει τον ύπνο στο άτομο που πρόκειται να εξεταστεί. Ο ειδικός εξοπλισμός, με συσκευές καταγραφής όλων των ηλεκτροφυσιολογικών σημάτων και παραμέτρων που κρίνονται απαραίτητα, είναι εύχρηστος, με ελάχιστο βάρος και δεν προκαλεί καμία επιβάρυνση στον εξεταζόμενο. 

Άνθρωποι με ημερήσια ή νυχτερινά συμπτώματα, ενδεικτικά διαταραχής της αναπνοής στον ύπνο, θα πρέπει να επισκεφθούν το εργαστήριο ύπνου. Επίσης, ασθενείς με χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, όπως ΧΑΠ, άσθμα ή πνευμονική ίνωση εμφανίζουν μεταβολές στην αναπνοή που επιδεινώνονται στον ύπνο και η μεταβολή αυτή έχει σοβαρές συνέπειες, που επιβαρύνουν την κατάσταση του ασθενούς και την εξέλιξη της νόσου. Αλλά και ασθενείς χωρίς πνευμονολογικό νόσημα, αλλά με προσβολή του αναπνευστικού συστήματος (π.χ. νευρομυικά νοσήματα), θα πρέπει να ελέγχονται για την αναπνευστική τους λειτουργία στον ύπνο. Επιπλέον, άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία που εμφανίζουν αναπνευστικά συμπτώματα ή πρόκειται να οδηγηθούν σε χειρουργική αντιμετώπιση θα πρέπει να ελέγχονται προεγχειρητικά για την αναπνευστική λειτουργία στον ύπνο. Τέλος, ασθενείς με χρόνια καρδιολογικά νοσήματα ή με πρωτοεμφανιζόμενη κολπική μαρμαρυγή αγνώστου αιτιολογίας ή αρρύθμιστη αρτηριακή πίεση, παρά τη συνδυαστική αντιυπερτασική αγωγή, οφείλουν να ελέγχονται για την ύπαρξη ή μη ΣΑΥΥ. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται σε εργαστήριο ύπνου και να υποβάλλονται ανάλογα με την κατάστασή τους σε πλήρη ή μερική καταγραφή της αναπνευστικής λειτουργίας στον ύπνο, προκειμένου να γίνει η διάγνωση της υποκείμενης διαταραχής και η αντιμετώπισή της με την κατάλληλη θεραπεία.

Συμπερασματικά, ο ύπνος είναι απαραίτητο φαινόμενο στη διάρκεια της ζωής και η εξασφάλιση του φυσιολογικού ύπνου πρέπει να είναι συστατικό κάθε πολιτικής υγείας, αλλά και ατομική/οικογενειακή προτεραιότητα. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή θεραπεία είναι σημαντικές για τη γενική υγεία και την καλή ποιότητα ζωής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ