ΠΙΣΩ
Βιταμίνη D:  Νέα Δεδομένα για τον Πολυδιάστατο Ρόλο της
Τεύχος 44
Βιταμίνη D:  Νέα Δεδομένα για τον Πολυδιάστατο Ρόλο της


Mελέτες της τελευταίας δεκαετίας έδειξαν ότι ο ρόλος της βιταμίνης D, ως ορμόνης πλέον, είναι ζωτικός, όχι μόνο για τη βελτίωση της υγείας των οστών και των δοντιών, βοηθώντας την απορρόφηση και τον μεταβολισμό του ασβεστίου, αλλά και για την πρόληψη πολλών χρόνιων παθήσεων. Είναι αξιοσημείωτη η συσχέτιση της ανεπάρκειας βιταμίνης D με 17 μορφές καρκίνου (μαστού, προστάτη, πνεύμονα, παχέος εντέρου), καρδιαγγειακή νόσο, αυτοάνοσα νοσήματα (σκλήρυνση κατά πλάκας, ρευματοειδή αρθρίτιδα, ελκώδη κολίτιδα, ψωρίαση), διαβήτη, κατάθλιψη, Αλτσχάιμερ, απώλεια μνήμης και μυϊκής μάζας, αλλεργίες, υπογονιμότητα και επιπλοκές της εγκυμοσύνης. Κι αυτό γιατί έχει αναγνωριστεί ως κύριος ανοσορυθμιστής που ελέγχει τη σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, έτσι ώστε αυτό να μην υπό- ή υπέρ-λειτουργεί. 

Ο οργανισμός παράγει βιταμίνη D όταν το δέρμα εκτίθεται στον ήλιο, εξού και «βιταμίνη του ήλιου». Έκθεση στον ήλιο για 15 λεπτά, τουλάχιστον 2-3 φορές την εβδομάδα (μεταξύ 10:00 και 15:00, όταν πέφτουν κάθετα οι ηλιακές ακτίνες), προσφέρει ικανοποιητικές ποσότητες αυτής της βιταμίνης/ορμόνης στον οργανισμό. Υπολογίζεται ότι το σώμα μας μπορεί να συνθέσει πάνω από 20000 IU (διεθνείς μονάδες) βιταμίνης D σε μόλις 20 λεπτά έκθεσης στον ήλιο χωρίς δυσμενή επίδραση. Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει φυσικός μηχανισμός, ο οποίος σταματά τη σύνθεση όταν τα επίπεδα της βιταμίνης είναι επαρκή. Αυτή η διαδικασία αποτελεί την κύρια πηγή βιταμίνης D (>80% των αναγκών του οργανισμού), η οποία όμως κατά τους χειμερινούς μήνες είναι σχεδόν ανύπαρκτη, καθώς επίσης και όταν χρησιμοποιούνται κατά κόρον αντιηλιακά (δείκτης προστασίας 8 μειώνει κατά 80-90% την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας επί του δέρματος για την παραγωγή βιταμίνης D). Άλλες καταστάσεις, όπως η συννεφιά, η απουσία ηλιοφάνειας σε βόρειες χώρες, η μελανίνη του δέρματος, ακόμη και η ρύπανση, συμβάλλουν στην έλλειψη βιταμίνης D.

Οι συνιστώμενες ημερήσιες ανάγκες σε βιταμίνη D που ίσχυαν μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 ήταν 200 IU για παιδιά και ενήλικες έως 50 ετών, 400 IU για ενήλικες από 51 έως 70 και 600 IU για άτομα άνω των 70 ετών. Είναι γεγονός ότι, τόσο οι ημερήσιες αυτές ανάγκες, όσο και οι αναφορικές φυσιολογικές τιμές στο αίμα της βιταμίνης D, βασίζονταν σε επίπεδα που σχετίζονται με την αποφυγή των δύο κλασσικών παθήσεων που οφείλονται στην έλλειψη αυτής της βιταμίνης. Δηλαδή, ραχίτιδα στα παιδιά που χαρακτηρίζεται από κακή ανάπτυξη και αδυναμία των οστών και οστεομαλάκυνση στους ενήλικες που χαρακτηρίζεται από εύθραυστα οστά, κατάγματα, οστικό πόνο και γενικευμένη αδυναμία. Επίσης, η οστεοπενία και η οστεοπόρωση σχετίζονται με χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D. 
 

 

Ωστόσο, ακόμη και στην Ελλάδα, οι ειδικοί αναφέρουν ότι μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, που ξεπερνά το 50%, έχει ανεπαρκή επίπεδα βιταμίνης D, με τους ηλικιωμένους να φτάνουν στο 80%, κυρίως λόγω έλλειψης έκθεσης στον ήλιο και μείωσης της ικανότητας σύνθεσης από το δέρμα που δεν αντισταθμίζεται από τη διατροφή. 

Με την πάροδο της ηλικίας, το σώμα χάνει την ικανότητά του να συνθέτει και να κινητοποιεί τη βιταμίνη D. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης, ιδιαίτερα στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, οι οποίες έχουν μειωμένη απορρόφηση ασβεστίου και λόγω ελάττωσης των οιστρογόνων τους. Ανακοινώσεις από το Πανεπιστήμιο Harvard στη Βοστώνη αναφέρουν ότι και οι νεότερες γυναίκες μπορούν να ωφεληθούν από διατροφή πλούσια σε ασβέστιο και βιταμίνη D για να ελέγξουν τα συμπτώματα του προ-εμμηνορυσιακού συνδρόμου και για να αποφύγουν τις εξάψεις κατά την εμμηνόπαυση. Παράλληλα, μελέτη του ιδίου Πανεπιστημίου, όπου συμμετείχαν 80.000 νοσοκόμες για 20 χρόνια, έδειξε ότι στις 4.800 από αυτές που εμφάνισαν διαβήτη μόνο το 3% είχε ικανοποιητική πρόσληψη βιταμινης D και 24% ασβεστίου. 

Ομάδα επιστημόνων του Πανεπιστημίου Johns Hopkins στη Βαλτιμόρη μελέτησε 13.000 ενήλικες για 8,5 χρόνια. Η έλλειψη της βιταμίνης σχετίστηκε με μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου, κυρίως από καρδιοπάθεια, αλλά ακόμη και από καρκίνο, διαβήτη και άλλες νόσους. Αναφέρεται, επίσης, ότι η βιταμίνη D βοηθά στη μείωση της αρτηριακής πίεσης, στον περιορισμό της φλεγμονής και στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. Έτσι, όλες αυτές οι ενδείξεις συνηγορούν υπέρ της κατάταξης της υποβιταμίνωσης D ως επιπρόσθετου παράγοντα κινδύνου για θάνατο από καρδιαγγειακή νόσο, μαζί με πιο γνωστούς παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το οικογενειακό ιστορικό, το κάπνισμα, η υψηλή χοληστερόλη, η υπέρταση, η έλλειψη άσκησης, η παχυσαρκία και ο διαβήτης.

Οι ερευνητές ανακαλύπτουν ότι η βιταμίνη D προάγει τη φυσιολογική ανάπτυξη των κυττάρων και τη διαφοροποίησή τους που είναι βασικός παράγοντας στην αντίσταση του οργανισμού έναντι του καρκίνου. Σε έρευνα διάρκειας 4 ετών, όπου συμμετείχαν περισσότερες από 1.000 γυναίκες άνω των 55 ετών, βρέθηκε ότι αυτές που λάμβαναν ασβέστιο (1400-1500 mg) και βιταμίνη D (1100 IU) είχαν μέχρι και 77% χαμηλότερο κίνδυνο προσβολής από καρκίνο, συγκεκριμένα καρκίνο του μαστού, του παχέος εντέρου, των πνευμόνων και άλλους, σε σύγκριση με τις γυναίκες που λάμβαναν εικονικό συμπλήρωμα.
 


Είναι, πλέον, γεγονός ότι η πρόληψη της υποβιταμίνωσης D έχει μεγάλη σημασία για τη δημόσια υγεία. Οι τιμές που προτείνονταν για την ημερήσια πρόσληψη της βιταμίνης D φαίνεται να είναι ανεπαρκείς για να διατηρήσουν την 25-OH βιταμίνη D του αίματος στα επιθυμητά επίπεδα, ιδίως όταν δεν ενεργοποιείται και η αντίστοιχη παραγωγή της από το δέρμα. Γι’ αυτόν τον λόγο, αυξήθηκαν οι ημερήσιες προσλήψεις αναφοράς (DRIs) από 200 και 400 για παιδιά και ενήλικες σε 600 IU και από 600 για άτομα άνω των 70 ετών σε 800 IU. Επίσης, αυξήθηκαν και τα ανώτερα ασφαλή όρια (ULs) από 2,000 σε 4,000 IU την ημέρα.

Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν ομάδες πληθυσμού, όπου οι ανάγκες της ημερήσιας πρόσληψης βιταμίνης D μπορεί να ανέρχονται σε 1000-2000 IU. Για παράδειγμα, σε περιοχές πάνω από το γεωγραφικό πλάτος 40ο (οριζόντια γραμμή που εκτείνεται λίγο κάτω από τη Νέα Υόρκη και ανατολικά έως τη Θεσσαλονίκη), ο ήλιος είναι αρκετά ισχυρός για να δώσει το έναυσμα για τη βιταμίνη D μόνο μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου. Επομένως, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού έχει αυξημένο κίνδυνο για έλλειψη βιταμίνης D, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες. 

Τη βιταμίνη D μπορούμε επίσης να την προσλάβουμε από την τροφή μας που καλύπτει, όμως, μόνο το 10-20% των αναγκών μας. Είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη και αποθηκεύεται στο λίπος. Γι’ αυτό και τη βρίσκουμε στα λιπαρά ψάρια (όπως σολομός και σαρδέλες), στα αυγά, στο μουρουνέλαιο και στο εμπλουτισμένο με βιταμίνες γάλα. Σε περίπτωση διατροφικής έλλειψης, συνιστάται η χορήγηση συμπληρώματος με ένα υψηλής ποιότητας σκεύασμα και σε δόσεις που θα συστήσει ο ιατρός λαμβάνοντας υπόψη τις ανάλογες τιμές στο αίμα. 
 

Η επάρκεια σε βιταμίνη D επιτυγχάνεται όταν τα επίπεδα της 25-OH βιταμίνης D στο αίμα είναι > 30 ng/ml. Κατά συνέπεια, όταν τα επίπεδα αυτής της μορφής της βιταμίνης D βρίσκονται μεταξύ 10-30 ng/ml, μπορούμε να μιλάμε για ανεπάρκεια βιταμίνης D (υποβιταμίνωση D), μέτρια (21-30 ng/ml) ή σοβαρή (10-20 ng/ml), λαμβάνοντας υπόψη ότι τα επίπεδα <10 ng/ml θεωρούνται ως σοβαρή έλλειψη βιταμίνης D. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και πολύ πριν την εμφάνιση της πλήρους κλινικής εικόνας της οστεομαλάκυνσης ή της οστεοπόρωσης, η υποβιταμίνωση D μπορεί να οδηγήσει στο σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από επίμονους, ακαθόριστους, μη ειδικούς μυοσκελετικούς πόνους. Επίσης, μπορεί να εμποδίσει παιδιά και έφηβους να φθάσουν το γενετικά προγραμματισμένο ύψος τους και, το σημαντικότερο, τη μέγιστη οστική τους πυκνότητα. Η έκθεση των παιδιών στον ήλιο έχει βρεθεί να σχετίζεται με μείωση στη συχνότητα κρυολογημάτων και λοιμώξεων του αναπνευστικού. Δυστυχώς, η συχνότητα των νεογνών που γεννιούνται με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στη χώρα μας είναι μεγάλη, ακόμη και κατά τους θερινούς μήνες, και τα βρέφη που σιτίζονται αποκλειστικά με μητρικό θηλασμό χρήζουν χορήγησης βιταμίνης D τουλάχιστον μέχρι τον 6ο μήνα της ζωής. Επιπλέον, μεγάλη ανεπάρκεια βιταμίνης D παρατηρούμε στις εγκύους και θηλάζουσες μητέρες που μεταφέρουν αυτή την κατάσταση στα παιδιά τους.

Στην Ελλάδα κρίνεται απαραίτητη η ευαισθητοποίηση των ειδικών υγείας, συμπεριλαμβανομένων των γυναικολόγων/μαιευτήρων και παιδιάτρων, καθώς και όλων των πολιτών, ως προς την ανεπάρκεια της βιταμίνης D. Επομένως, καλό είναι να προστατευόμαστε έναντι των πιθανών βλαβερών συνεπειών της υπερ-έκθεσης στον ήλιο, αλλά να μην τον αποκλείουμε παντελώς από τη ζωή μας. Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι τα επίπεδα της βιταμίνης D στο αίμα θα πρέπει να διατηρηθούν υψηλά σε όλες τις ηλικιακές περιόδους, για να μπορεί να αξιοποιηθεί στο μέγιστο η προστατευτική δράση αυτής της σημαντικής βιταμίνης/ορμόνης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ