ΠΙΣΩ
Ψυχολογικές προεκτάσεις γυναικολογικών καταστάσεων και παθήσεων
Τεύχος 44
Ψυχολογικές προεκτάσεις γυναικολογικών καταστάσεων και παθήσεων

Η σύγχρονη ιατρική κατηγοριοποιεί πλέον τους ασθενείς σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους πάσχοντες σε βάση σωματικών παθήσεων και τους πάσχοντες σε βάση ψυχικών παθήσεων. Αποτελεί όμως κοινό τόπο, τη σημερινή εποχή, ότι το σώμα και η ψυχή βρίσκονται σε μία άμεση και συνεχή αλληλεπίδραση αναμεταξύ τους. Κάτι τέτοιο ισχύει και όταν είμαστε υγιείς, αλλά και στην περίπτωση που νοσούμε.

Στο παρόν άρθρο θα αναδειχθούν συγκεκριμένες γυναικολογικές καταστάσεις που συνδέονται με την ψυχική υγεία των γυναικών, μαζί με τα συμπτώματα, αλλά και τη θεραπευτική τους αντιμετώπιση.

Η πρώτη και μεγαλύτερη κατηγορία αφορά καταστάσεις που έχουν να κάνουν με την έμμηνο ρύση. Οι εμμηνορυσιακές καταστάσεις χαρακτηρίζονται από εκδηλώσεις σε βιωματικό επίπεδο, αλλά και στη συμπεριφορά, οι οποίες σχετίζονται κατά κύριο λόγο με τα επίπεδα προγεστερόνης και οιστρογόνων στο πλάσμα. Η πρώτη φάση του κύκλου, αρκετά συχνά, κάτω από την επίδραση των οιστρογόνων, σχετίζεται με ερωτική επιθυμία, καθώς και από έξαρση εξωστρεφών δραστηριοτήτων. Από τη 14η μέρα του κύκλου, όπου και συμβαίνει η ωορρηξία, η συμπεριφορά συνήθως χαρακτηρίζεται από στροφή του ενδιαφέροντος προς τον εαυτό. Κατά τη δεύτερη φάση του κύκλου, τη λεγόμενη και ως προεμμηνορρυσιακή, η κατάσταση δύναται να γίνει ασταθής, καθώς εμφανίζεται αρνητικότητα, δυσθυμία, ακόμα και κάποιας μορφής επιθετικότητα. Παρουσιάζονται διαταραχές ύπνου, δυσκολίες στη συγκέντρωση και στην προσοχή, καταθλιπτική συμπτωματολογία, ευερεθιστότητα, καταστάσεις που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική σφαίρα της γυναίκας, αλλά και στην ποιότητα των διαπροσωπικών της σχέσεων. Εκτός από τα ψυχικά, εμφανίζονται και σωματικά συμπτώματα, όπως πυελικό άλγος, διόγκωση μαστών, ζάλη και κατακράτηση υγρών. Σε μία τέτοια περίπτωση, όπου οι προεμμηνορρυσιακές μεταβολές είναι ισχυρές, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την παραπάνω κατάσταση ως σύνδρομο, το λεγόμενο και ως προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο (PMS-> Premenstrual Syndrome). Σε σχέση με τον γενικό γυναικείο πληθυσμό, γυναίκες που εμφανίζουν αυτό το σύνδρομο τείνουν να είναι ψυχικά ευάλωτες, να έχουν υψηλότερα ποσοστά νευρωσικών συμπτωμάτων, ενώ κατά την περίοδο της λοχείας είναι πιθανό να εμφανίσουν ψυχιατρικά συμπτώματα. Αξίζει να τονιστεί πως το ποσοστό των γυναικών που πάσχουν από το συγκεκριμένο σύνδρομο είναι 2-10%, ενώ σε κάθε περίπτωση απαιτείται περαιτέρω μελέτη αναφορικά με τις ψυχολογικές εκδηλώσεις και συμπτώματα.

Μια άλλη κατάσταση που αφορά την έμμηνο ρύση είναι η ψυχογενής δυσμηνόρροια. Εμφανίζεται σε γυναίκες οι οποίες χαρακτηρίζονται από συναισθήματα θυμού και μελαγχολίας και οι οποίες κατά την παιδική τους ηλικία είχαν παραμεληθεί συναισθηματικά από τη μητέρα τους. Επίσης, είναι πιθανό να παρατηρηθεί και ψυχογενής αμηνόρροια σε γυναίκες που πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία ή από ψυχώσεις άλλου είδους. 

Σε ό,τι αφορά την εμμηνόπαυση, αξίζει να αναφέρουμε ότι, αν και θεωρείται φυσιολογική εξελικτική φάση, ορισμένες φορές βιώνεται ως ένα ψυχοτραυματικό γεγονός, το οποίο δύναται να επιφέρει αντιδράσεις καταθλιπτικού τύπου. Ακόμα και η υπολειτουργία των ωοθηκών, ορισμένες φορές, φαίνεται να σχετίζεται με εξάψεις, αγχώδεις εκδηλώσεις και διαταραχές ύπνου.

Το δεύτερο μέρος αφορά τις ψυχολογικές διαστάσεις της εγκυμοσύνης. Πιο συγκεκριμένα, θα γίνει αναφορά στις ψυχολογικές προεκτάσεις της κύησης, στα διάφορα συμπτώματα που ενδέχεται να παρατηρηθούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της λοχείας, καθώς και στο πώς μπορεί να βιωθεί η διακοπή της κύησης.



Η πρώτη εγκυμοσύνη για πολλές γυναίκες σηματοδοτεί τη μετάβαση από το ρόλο της ερωμένης σε αυτό της εν δυνάμει μητέρας. Ορισμένες γυναίκες είναι πρόθυμες να δεχτούν κάτι τέτοιο με ευχαρίστηση, άλλες πάλι όμως όχι. Οι αλλαγές που παρατηρούνται στα επίπεδα των ορμονών, στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά και η αγωνία για την πορεία της εγκυμοσύνης και του τοκετού, είναι δυνατό να προκαλέσουν αγχώδη συμπτωματολογία, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ακόμα και προβλήματα στη σχέση με τον σύντροφο. Κάποιες επιπλέον συμπεριφορές που παρατηρούνται είναι οι εξαρτητικές τάσεις από άλλα πρόσωπα, η παθητικότητα, η εσωστρέφεια, καθώς και η αύξηση της όρεξης για φαγητό, ακόμα και μέχρι το επίπεδο της βουλιμίας. Αν μιλούσαμε με ποσοστά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι περίπου το 10% των γυναικών που κυοφορούν αναπτύσσουν και κάποιας μορφής ελαφριά κατάθλιψη, η οποία ωστόσο είναι παροδική. Επίσης, άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι, παρά την ισχυρή ψυχοκαταπόνηση κατά τη διάρκεια της κύησης, η περίοδος αυτή δε σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας για τη μητέρα, αλλά και για το έμβρυο.

Όσον αφορά τον τοκετό και τη λοχεία, συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο σημαντικών γεγονότων, τα οποία είναι σε θέση να προκαλέσουν προβλήματα προσαρμογής. Σαφώς και παίζει ρόλο η εν γένει προσωπικότητα και ιδιοσυγκρασία, αλλά η διαδικασία του τοκετού και η περίοδος της λοχείας είναι πιθανό να προκαλέσουν αγχώδεις εκδηλώσεις, μαζί με διάφορα άλλα συμπτώματα. Μία στις τέσσερις γυναίκες αναπτύσσουν κατά την περίοδο της λοχείας ανησυχία, ευερεθιστότητα, καταβολή, κατάθλιψη (η γνωστή και ως επιλόχεια κατάθλιψη), μέχρι και αγοραφοβικά συμπτώματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, τα συμπτώματα αυτά είναι παροδικά.
 


Τέλος, αναφορικά με τις αμβλώσεις, αξίζει να αναφέρουμε ότι γυναίκες με προηγούμενο ψυχιατρικό ιστορικό, νεαρές και με μικρή κοινωνική υποστήριξη, αλλά και εκείνες που προέρχονται από κουλτούρες που αντιτίθενται σθεναρά στην έκτρωση, είναι περισσότερο ευάλωτες στην ανάπτυξη ψυχιατρικών συμπτωμάτων. Σύμφωνα με μία έρευνα του 2002, γυναίκες που προέβησαν σε έκτρωση παρουσίαζαν υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης σε σχέση με γυναίκες που ολοκλήρωσαν την κύηση. Σε ορισμένες γυναίκες, η ανάμνηση του γεγονότος της έκτρωσης μαζί με τη σκέψη ότι θα μπορούσαν να έχουν ένα επιπλέον παιδί φέρνουν αισθήματα θλίψης και ενοχής. Αρκετές μελέτες παρουσιάζουν αντιδράσεις πένθους που μπορούν να διαρκέσουν από μήνες μέχρι χρόνια.

Σχετικά με την αντιμετώπιση και τη θεραπεία των προαναφερθέντων συμπτωμάτων που συνοδεύουν τις ανωτέρω γυναικολογικές καταστάσεις, ισχύει ο γενικός κανόνας, ο οποίος ορίζει πως πάντοτε προτιμάται η ψυχοθεραπεία και η συμβουλευτική, ενώ αν κριθεί απαραίτητο προστίθεται και φαρμακευτική αγωγή. Μέσω της ψυχοθεραπείας, γίνεται προσπάθεια για αναγνώριση των συμπτωμάτων και για εξοικείωση μαζί τους, καθώς και για την αλλαγή των δυσλειτουργικών και αρνητικών σκέψεων που σχετίζονται με αυτά. Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις, φαίνεται να βοηθούν και τεχνικές, όπως οι διαφραγματικές αναπνοές, η θετική αυθυποβολή και ο διαλογισμός.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ