ΠΙΣΩ
Editorial - Η στήλη του εκδότη
Τεύχος 30
Editorial - Η στήλη του εκδότη

«Ανθρωπιά» για τους ασθενείς μας...

Tο φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Φαίνεται όμως ότι τον τελευταίο καιρό έχει γίνει πολύ πιο συχνό. Είναι κάπως σαν κι εκείνα τα αδύνατα σημεία που έχουμε όλοι στο χαρακτήρα μας και που, καθώς περνούν τα χρόνια, γίνονται διαρκώς και πιο φανερά. Και η κρίση που περνάει ο τόπος μας είναι κάτι ανάλογο με τα χρόνια που περνούν. Κάνουν πιο φανερά τα αδύνατα σημεία μας. Αυτός που γράφει τις γραμμές αυτές δέχτηκε το πρώτο ερέθισμα πολύ παλιά, ακόμη στα φοιτητικά του χρόνια. Ήταν βράδυ και είχε την περιέργεια, αν προτιμάτε την απρονοησία, να παρακολουθήσει από κοντά την εξέλιξη της εφημερίας του Νοσοκομείου. Θα ήταν γύρω στα μεσάνυχτα που έφτασε ένα ασθενοφόρο και έφερε κάποιον υπερήλικα που έπασχε βαριά. Αυτό ήταν φανερό ακόμη και για τον φοιτητή. Ο άρρωστος δυσπνοούσε, πρέπει να ένιωθε πολύ άσχημα, γιατί ένα ελαφρό βογκητό έβγαινε κάθε τόσο απʼ το στόμα του. Τον πλησιάζει λοιπόν μια νοσοκόμα του παλιού καιρού και, ρίχνοντας μια αποδοκιμαστική ματιά πάνω στον άνθρωπο που βασανιζόταν, διατυπώνει την ετυμηγορία της: «Τι μας το φέραν εδώ αυτό το σαράβαλο;».

Τη δεύτερη φορά ήταν όταν, πριν από αρκετά χρόνια, ένα τηλεφώνημα ήρθε να θυμίσει την παλιά ιστορία. Η κυρία που τηλεφωνούσε εξήγησε ότι ήθελε να φέρει κάποιον άρρωστο που έπασχε βαριά και χρειαζόταν νοσηλεία στην Κλινική. Όμως, με αρκετό δισταγμό και επιφυλακτικά πρόσθεσε και μια άλλη λεπτομέρεια: «είναι όμως ογδόντα πέντε ετών, θα τον δεχθείτε;». Η πρώτη αντίδραση στο ερώτημα ήταν έκπληξη. Γιατί, δηλαδή, να μην τον δεχθούμε. Στο κάτω – κάτω, γιʼ αυτό υπάρχουν τα Νοσοκομεία, για να δέχονται εκείνους που έχουν ανάγκη από περίθαλψη. Να όμως που η ηλικία των ογδόντα πέντε ετών έμοιαζε να είναι εμπόδιο. Και ο συνειρμός μας πήγε πολύ πίσω. Τότε που ο άλλος άρρωστος είχε χαρακτηριστεί ως «σαράβαλο».

Το τρίτο ερέθισμα έφτασε στʼ αυτιά μας απʼ το στόμα ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, εξυπνότατου όμως, που με πονηρό ύφος διηγιόταν: «Όταν πάω σε Νοσοκομείο, δε λέω ποτέ την αληθινή ηλικία μου. Κόβω καμιά δέκα – δεκαπέντε χρόνια. Γιατί αν την ακούσουν, θα μου γυρίσουν την πλάτη».

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η σημερινή κοινωνία μας έχει αλλάξει απόψεις σχετικά με τη νοσηλεία των ανθρώπων που πάσχουν και το είδος των ανθρώπων που έχουν ανάγκη φροντίδας, ιατρικής και γενικότερης. Έναν καιρό, ήταν αυτονόητο ότι οι άρρωστοι, οι ηλικιωμένοι, όλοι εκείνοι που πάσχουν, είναι ευπρόσδεκτοι στους τόπους που θέλουν να λέγονται «Νοσοκομεία». Σήμερα όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς. Σήμερα η ανθρώπινη ζωή διαβαθμίζεται, αξιολογείται, υπάρχει φαίνεται ένα είδος Καιάδα και κάποιοι αποφασίζουν ποιους πρέπει να τους ρίξουν απʼ την άλλη μεριά και ποιους πρέπει να τους κρατήσουν απʼ την εδώ πλευρά. Ένα φαινόμενο πραγματι και ανατριχιαστικό, που δείχνει όλη την εξαθλίωση της κοινωνίας μας, αλλά και τη δια μόρφωση μιας νοοτροπίας, που μόνο τιμή δεν αποτελεί για το σύγχρονο άνθρωπο.

Ακόμη απʼ τον καιρό της Florence Nightingale, ίσως μάλιστα κι ακόμη πιο παλιά, ήταν γενική η εντύπωση ότι ο άρρωστος άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε άρρωστος, έχει ανάγκη από φροντίδα, περίθαλψη, ίσως μάλιστα πέρα απʼ αυτά και από ανθρώπινη ζεστασιά και αγάπη. Το χαμόγελο, το ενθαρρυντικό σφίξιμο του χεριού, η συμπαράσταση, το άγγιγμα του ασθενή, αποτελούσαν πάντοτε φαινόμενα αυτονόητα από μέρους όλων εκείνων που είχαν τάξει τη ζωή τους στην υπηρεσία των ασθενών. Στις μέρες τις δικές μας, δυστυχώς, η νοοτροπία αυτή φαίνεται πως έχει ξεθωριάσει. Και η τάξη των ανθρώπων που προσπαθούν ακόμη να τη διατηρήσουν φαίνεται πως έχει ελαχιστοποιηθεί.

Αν ο άρρωστος έχει γίνει μόνο «περίπτωση», αν όσοι ασχολούμαστε μʼ αυτόν δε θυμόμαστε ούτε καν το όνομά του και τον αναφέρουμε ως τον «καρκίνο» σʼ αυτό δω μάτιο ή τη «λευχαιμία» στο παρακάτω, αν χάσαμε την αίσθηση της ανθρωπιάς που ήταν το κυριότερο συστατικό της ιατρικής ή της νοσηλευτικής ιδιότητας, τότε σίγουρα χάσαμε τη μάχη, δεν αποκλείεται μάλιστα να χάσαμε ολόκληρο τον πόλεμο.

Αν στη σημερινή εποχή, που η σκληρότητα και η περιφρόνηση προς τους αδύνατους, τους άρρωστους, τους περιθωριακούς είναι έτσι κι αλλιώς γεγονός, αλίμονο αν η ιατρική μας τείνει κι εκείνη να χάσει την ανθρωπιά της. Όταν κάποτε ρώτησαν το μεγάλο Αϊνστάιν ποια ήταν η γνώμη του για τον πολύ γνωστό φυσικό Μαξ Πλανγκ, ο Αϊνστάιν απάντησε: «Αν ο άγγελος του Θεού κατέβει και διώξει απʼ το ναό της επιστήμης τους βέβηλους, είμαι βέβαιος ότι ο Μαξ Πλανγκ θα μείνει μέσα». Παραφράζοντας τη φράση αυτή του μεγάλου επιστήμονα, ας διερωτηθούμε αν ο άγγελος του Θεού κατέβαινε κάποια στιγμή για να διώξει απʼ το ναό της ιατρικής όλους τους βέβηλους, πόσοι από μας άραγε θα μέναμε μέσα;

Η ανθρωπιά, το χαμόγελο, η κατανόηση, το άγγιγμα του ασθενή, η «τέχνη» να τον ακούς όταν θέλει να σου μιλήσει, είναι πολύτιμα στοιχεία για τη σωστή άσκηση της ιατρικής, της νοσηλευτικής και όλων των συναφών δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στην περίθαλψη του άρρωστου ανθρώπου. Κι ίσως αυτός είναι κι ο λόγος που οι άρρωστοι γενικά, έχοντας εκείνη την ιδιαίτερη ευαισθησία που αναπτύσσεται στον άνθρωπο σε περίοδο ασθένειας, καταλαβαίνουν και εκτιμούν όλους εκείνους που τη δουλειά τους δεν την κάνουν ούτε σαν αγγαρεία, ούτε μόνο για βιοπορισμό. Αλλά την κάνουν βάζοντας μαζί και την καρδιά τους, σαν μια προσφορά σʼ ένα συνάνθρωπο που την έχει απόλυτη και επείγουσα ανάγκη.

Όσοι διάβασαν προσεκτικά τα τέσσερα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, ασφαλώς θα σταμάτησαν με έκπληξη, με προβληματισμό, ίσως και με συγκίνηση, μπροστά στο γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός, κάθε φορά που βρισκόταν μπροστά σε άρρωστο άνθρωπο, φρόντιζε να μιλήσει μαζί του, να τον αγγίξει, να τον αγκαλιάσει, να του πει μερικά λόγια ενθαρρυντικά. Αφού αυτή ήταν η στάση του Χριστού μπροστά στον άρρωστο, είναι αυτονόητο πως παρόμοια πρέπει να ʽναι κι η δική μας. Αν αυτή η έκφραση της ανθρωπιάς χάθηκε σήμερα απʼ την ιατρική μας, αλίμονο στον κόσμο μας και, πριν απʼ αυτό, αλίμονο και σε μας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ