ΠΙΣΩ
Εγκεφαλικός βηματοδότης κατά συμπτωμάτων πάρκινσον
Τεύχος 35
Εγκεφαλικός βηματοδότης κατά συμπτωμάτων πάρκινσον

Τι είναι η νόσος του Πάρκινσον;
Η νόσος του Πάρκινσον (ΝΠ) είναι μια χρόνια, προοδευτικά εξελισσόμενη, εκφυλιστική νόσος του εγκεφάλου που επηρεάζει κυρίως την κίνηση. Κατά κανόνα, αρχίζει μεταξύ 40 και 70 ετών, και η μέση ηλικία έναρξής της είναι τα 60 έτη. Η αιτία της ΝΠ είναι άγνωστη και σχετίζεται με κληρονομική προδιάθεση, περιβαλλοντικές τοξίνες και τη γήρανση. Σε 5-10% των περιπτώσεων είναι κληρονομική.

Ποια είναι τα συμπτώματα;
Υπάρχουν εξειδικευμένα νευρικά κύτταρα σε μια πολύ μικρή περιοχή του εγκεφάλου, τη μέλαινα ουσία, τα οποία παράγουν μία χημική ουσία που λέγεται ντοπαμίνη. Αυτή ελέγχει την κίνησή μας. Η προοδευτική εκφύλιση των κυττάρων αυτών προκαλεί και ανάλογη μείωση της ντοπαμίνης και την εμφάνιση των συμπτωμάτων της ΝΠ.
Τα συμπτώματα διακρίνονται σε κινητικά και μη-κινητικά:
Ο τρόμος ηρεμίας, η δυσκαμψία, η βραδυκινησία, η αργή και συρόμενη βάδιση και η καμπτική στάση του κορμού είναι τα συχνότερα συμπτώματα που οδηγούν τον ασθενή στο νευρολόγο. Υπάρχουν όμως και άλλα συμπτώματα, όπως οι διαταραχές του ύπνου και της όσφρησης, εύκολη κόπωση, αυξημένη εφίδρωση και διαταραχές της διάθεσης που αποτελούν ορισμένα από τα μη-κινητικά συμπτώματα της νόσου, τα οποία πολλές φορές προϋπάρχουν για χρόνια πριν την εκδήλωση την κινητικών συμπτωμάτων.

Πώς γίνεται η διάγνωση;
Ένας έμπειρος νευρολόγος μπορεί να διαπιστώσει τη ΝΠ με την κλινική εξέταση. Περαιτέρω εξετάσεις έχουν μόνο το νόημα του αποκλεισμού άλλων νοσημάτων πριν την έναρξη της κατάλληλης αγωγής.



Υπάρχει θεραπεία;
Η θεραπεία της ΝΠ είναι προς το παρόν κατά κύριο λόγο συμπτωματική. Υπάρχουν φάρμακα που ελέγχουν ικανοποιητικά τη νόσο για αρκετά χρόνια, με σημαντικότερο εκπρόσωπο τη λεβοντόπα. Ωστόσο, μετά την περίοδο αυτή - γνωστή και ως «μήνας του μέλιτος» - οι επιπλοκές της χρόνιας φαρμακευτικής θεραπείας αποτελούν σημαντικά εμπόδια στη χρήση της.
Η θεραπεία της προχωρημένης ΝΠ περιλαμβάνει τη χρήση αντλιών απομορφίνης ή Duodopa® και τη χειρουργική θεραπεία με την εφαρμογή εν τω βάθει εγκεφαλικού ερεθισμού (Deep brain stimulation – DBS). Η επιλογή των κατάλληλων ασθενών για τις προαναφερθείσες μεθόδους είναι εξατομικευμένη.
 

Κριτήρια επιλογής ασθενών για εν τω βάθει εγκεφαλικό διεγέρτη (DBS):


•Ασθενείς με ιδιοπαθή νόσο του Πάρκινσον
•Ηλικία μικρότερη από 70 έτη
•Παρουσία σοβαρών κινητικών συμπτωμάτων που δεν ανταποκρίνονται σε φαρμακευτική αγωγή. Σε αυτά ανήκουν οι κινητικές διακυμάνσεις (η «on-off» αντίδραση) και οι δυσκινησίες (ακούσιες κινήσεις).
•Καλή ανταπόκριση του ασθενούς στην L-Dopa (θετικό L- Dopa test). Η ανταπόκριση του ασθενούς στην L-Dopa αποτελεί τον κύριο προγνωστικό παράγοντα της αποτελεσματικότητας του DBS. Το DBS αποτελείται από δύο ηλεκτρόδια και ένα νευροδιεγέρτη, που μοιάζει με βηματοδότη. Τα ηλεκτρόδια εμφυτεύονται σε συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει την κινητική συμπεριφορά. O νευροχειρουργός, με τη χρήση ειδικών προγραμμάτων στον Η/Υ, επιβεβαιώνει το στόχο. Μετά την εμφύτευση του ηλεκτροδίου, γίνεται η εμφύτευση του νευροδιεγέρτη, δηλαδή της μπαταρίας που θα τροφοδοτεί με ηλεκτρικό ρεύμα τα ηλεκτρόδια, συνήθως στο θωρακικό τοίχωμα (κάτω από την κλείδα) και σπανιότερα στην κοιλιά. Μετά την επέμβαση και για 6 μήνες, γίνονται ρυθμίσεις του νευροδιεγέρτη από εξειδικευμένο νευρολόγο.
Η αποτελεσματικότητα της χειρουργικής θεραπείας μεταφράζεται σε οικονομικό-κοινωνικό όφελος, γιατί οι ασθενείς αυτοί είναι συνήθως σε σαφώς χαμηλότερες δόσεις αντιπαρκινσονικών φαρμάκων και το κόστος της θεραπείας περιορίζεται στο κόστος της χειρουργικής επέμβασης.
 

Πλεονεκτήματα του DBS:
 

•Βελτίωση των κινητικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με προχωρημένη ΝΠ. Η κινητικότητα των ασθενών βελτιώνεται σημαντικά, ο τρόμος ελαττώνεται ή εξαφανίζεται και οι δυσκινησίες (ακούσιες κινήσεις) μειώνονται δραματικά με αποτέλεσμα τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πασχόντων.
•Συνήθως οι ασθενείς μετά την επέμβαση ελαττώνουν τα αντιπαρκινσονικά φάρμακα.
•Mικρό ποσοστό επιπλοκών, όταν η ομάδα των θεραπόντων ιατρών είναι εξειδικευμένη.
•Δυνατότητα άμεσης αναστροφής.
•Καλά αποτελέσματα για μεγάλη χρονική περίοδο.


Η χειρουργική αντιμετώπιση στη ΝΠ ενδείκνυται όταν τα φάρμακα έχουν μεν δράση, αλλά δεν ελέγχουν συνεχώς τα συμπτώματα. Οι ασθενείς πρέπει να επιλεγούν από εξειδικευμένο νευρολόγο και να αξιολογηθούν από ομάδα νευρολόγου, νευροχειρουργού και νευροψυχολόγου, ώστε να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια για να είναι κατάλληλοι για τη χειρουργική αντιμετώπιση.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ