ΠΙΣΩ
Οι υποδόριες ανοσοσφαιρίνες ως νέα θεραπευτική επιλογή στα αυτοάνοσα νευρομυϊκά νοσήματα
Τεύχος 35
Οι υποδόριες ανοσοσφαιρίνες ως νέα θεραπευτική επιλογή στα αυτοάνοσα νευρομυϊκά νοσήματα

Τι είναι τα αυτοάνοσα νευρομυϊκά νοσήματα;
Με τον όρο “αυτοάνοσα νευρομυϊκά νοσήματα” χαρακτηρίζουμε εκείνες τις νευρολογικές παθήσεις, όπου ο ίδιος ο οργανισμός του πάσχοντος αναγνωρίζει τις δομές του νευρικού συστήματος ως “ξένες” και ενεργοποιεί μία οξεία ή χρόνια φλεγμονώδη αντίδραση που αποσκοπεί στη φθορά και καταστροφή τους.



Στην περίπτωση των νευρομυϊκών νοσημάτων, οι δομές του νευρικού συστήματος που αναγνωρίζονται ως “ξένες” είναι τα περιφερικά νεύρα (νεύρα των άκρων), η νευρομυϊκή σύναψη (σημείο σύνδεσης ενός νεύρου με τον αντίστοιχο μυ) ή ακόμη και ο ίδιος ο μυς. Με βάση την παραπάνω παθοφυσιολογία, οι παθήσεις αυτές αποκαλούνται αντίστοιχα αυτοάνοσες πολυνευροπάθειες (π.χ. CIDP, σύνδρομο Guillain Barré, πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια, MADSAM), αυτοάνοσα νοσήματα της νευρομυϊκής σύναψης (π.χ. μυασθένεια, σύνδρομο Lambert Eaton, νευρομυοτονίες) ή αυτοάνοσες μυοπάθειες (π.χ. πολυμυοσίτιδα, δερματομυοσίτιδα, μυοσίτιδα από έγκλειστα σωμάτια). 


Ποιος ο έως τώρα τρόπος αντιμετώπισης ενός αυτοάνοσου νευρομυϊκού νοσήματος;
To “κλειδί” για την αποτελεσματική αντιμετώπιση ενός αυτοάνοσου νευρομυϊκού νοσήματος είναι η έγκαιρη και σωστή διάγνωσή του. Η προσέγγιση αυτή, παρόλο που φαντάζει απλή, συχνά προκαλεί ιδιαίτερες δυσκολίες στον κλινικό νευρολόγο, κυρίως λόγω της ποικιλομορφίας των κλινικών, εργαστηριακών, νευροφυσιολογικών και υπερηχογραφικών ευρημάτων μίας αυτοάνοσης πάθησης του νευρομυϊκού συστήματος.
Οι έως τώρα χρησιμοποιούμενες θεραπείες αποσκοπούν στην αποτελεσματική καταστολή της αυτοάνοσης αντίδρασης του οργανισμού έναντι των νευρομυϊκών δομών. Ανάμεσα στις πιο αποτελεσματικές θεραπείες συγκαταλέγονται οι ανοσοσφαιρίνες (γ-σφαιρίνες), η κορτιζόνη, καθώς και οι ανοσοκατασταλτικές αγωγές από το στόμα (π.χ. αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, tacrolimus, mycophenolate mofetil, κυκλοσπορίνη) ή ενδοφλέβια (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μονοκλωνικά αντισώματα).

Τι είναι οι ανοσοσφαιρίνες;
Οι ανοσοσφαιρίνες είναι από βιολογικής άποψης αντισώματα που παράγονται από τον ίδιο τον οργανισμό μέσω των Β λεμφοκυττάρων. Τα αντισώματα αυτά μπορούν να ληφθούν από το πλάσμα (αίμα) υγιών δοτών, να καθαριστούν με ειδική διαδικασία, ώστε να χρησιμοποιηθούν θεραπευτικά με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα. Η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνες χορηγείται ενδοφλέβια, μέσω βελόνας τοποθετημένης σε φλέβα των άκρων. Ο θεράπων ιατρός προσδιορίζει ανάλογα με την πάθηση, τη βαρύτητα των ενοχλημάτων και το σωματικό βάρος τη σωστή δόση χορήγησης της ανοσοσφαιρίνης.
 



Τι είναι οι υποδόριες ανοσοσφαιρίνες και πώς χρησιμοποιούνται;
Οι υποδόριες ανοσοσφαιρίνες είναι υψηλώς κεκαθαρμένες πρωτεΐνες που εκχυλίζονται από το πλάσμα (αίμα) υγιών δοτών κατά παρόμοιο τρόπο με τις αντίστοιχες ενδοφλέβια χορηγούμενες. Ωστόσο, οι ανοσοσφαιρίνες αυτές υπόκεινται σε ειδική επεξεργασία, από την οποία προκύπτουν θεραπευτικά διαλύματα υψηλότερης συγκέντρωσης σε σχέση με τις ενδοφλέβια χορηγούμενες.
Η έγχυση των ανωτέρων ανοσοσφαιρινών γίνεται αυστηρώς στον υποδόριο ιστό (κάτω από το δέρμα) και όχι ενδοδερμικά. Οι περιοχές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι το κοιλιακό τοίχωμα, οι γλουτοί και οι βραχίονες. Οι εγχύσεις γίνονται με τη χρήση μίας φορητής αντλίας μπαταρίας, στην οποία προσαρμόζεται σύριγγα των 20ml που συνδέεται με ειδικό γωνιώδη καθετήρα διαφόρων μεγεθών διαμετρήματος και βελόνης, ανάλογα με το σωματότυπο του πάσχοντος (Εικόνα). Εάν χρειάζεται, εφαρμόζεται τοπική αναισθητική κρέμα πριν από κάθε έγχυση προς αποφυγή της ενόχλησης από την τοποθέτηση των βελονών. Η δοσολογία εξατομικεύεται για κάθε ασθενή ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και το σωματικό βάρος του.
Η έναρξη και η συνέχιση της θεραπείας με υποδόρια ανοσοσφαιρίνη γίνεται υπό την επίβλεψη ιατρού που έχει εμπειρία στην αντιμετώπιση των αυτοάνοσων νευρομυϊκών νοσημάτων. Η έναρξη της θεραπείας γίνεται πάντα στο νοσοκομείο από κατάλληλα εκπαιδευμένη νοσηλευτική ομάδα. Στόχος είναι η εκπαίδευση του ασθενούς, ώστε να συνεχισθεί η θεραπεία στο σπίτι. Τέσσερις έως έξι συνεδρίες συνήθως είναι αρκετές για την απόκτηση πρακτικής εξοικείωσης και εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητα στοιχεία για την κατ’ οίκον αυτοθεραπεία.

Ποια η θεραπευτική χρήση των υποδόριων ανοσοσφαιρινών στα αυτοάνοσα νευρoμυϊκά νοσήματα;
Πολλαπλές κλινικές μελέτες έχουν κατοχυρώσει το κλινικό και πρακτικό όφελος χρήσης της θεραπείας με υποδόριες ανοσοσφαιρίνες σε ασθενείς με αυτοάνοσες νευρομυϊκές παθήσεις (1-5). Ανάμεσα στις παθήσεις που χρησιμοποιούνται με αποτελεσματικότητα συγκαταλέγονται η χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζονευρίτιδα (CIDP), η πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN), η μυοπάθεια από έγκλειστα σωμάτια (IBM) και η μυασθένεια.

Ποια τα πλεονεκτήματα χρήσης μίας υποδόριας ανοσοφαιρίνης σε σχέση με την αντίστοιχη ενδοφλέβια χορηγούμενη;
Κλινικές μελέτες σύγκρισης των ενδοφλεβίων σε σχέση με τις υποδόρια χορηγούμενες ανοσοσφαιρίνες σε νευρομυϊκά νοσήματα έχουν αποδείξει την εξίσωση της αποτελεσματικότητάς τους. 
Ανάμεσα στα αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα των υποδόριων ανοσοσφαιρινών σε σχέση με τις ενδοφλέβια χορηγούμενες συγκαταλέγονται: 
1) Η καλύτερη “κατανομή” και διάρκεια δράσης τους στο αίμα, καθώς από φαρμακοκινητικής άποψης η υποδόρια χορήγηση ακολουθείται από βραδύτερη απορρόφηση της ανοσοσφαιρίνης από τον αγγειακό χώρο σε σύγκριση με την ενδοφλέβια χορήγηση. Η αργή άνοδος των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα ακολουθείται αντίστοιχα από αργή πτώση. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ότι ασθενείς με μακροχρόνια θεραπεία διατηρούν όχι μόνο σχετικά σταθερά επίπεδα του φαρμάκου, αλλά και θεραπευτική ανταπόκριση. 
2) Η δυνατότητα θεραπείας στο σπίτι, η οποία εξασφαλίζει αυτονομία, μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων λόγω της φορητής αντλίας, αλλά και βελτίωση της ποιότητας ζωής. 
3) Η δυνατότητα χρήσης σε ασθενείς, όπου η δυσκολία παρακέντησης των φλεβών δυσχεραίνει την ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου. 
4) Το χαμηλότερο οικονομικό κόστος τους σε σχέση με το αντίστοιχο της ενδοφλέβιας θεραπείας, τόσο για τον ίδιο τον ασθενή, όσο και για το ασφαλιστικό του ταμείο. 
5) Ο χαμηλότερος κίνδυνος συστηματικών αντιδράσεων (π.χ. αιμόλυση, αλλεργική αντίδραση). 
Ανάμεσα στα μειονεκτήματα μίας θεραπείας με υποδόριες ανοσοσφαιρίνες σημαντικό ρόλο κατέχουν οι τοπικές παρενέργειες στο σημείο έγχυσης (πρήξιμο, ερυθρότητα, σχηματισμός μικρών οζιδίων), οι οποίες και ρυθμίζονται αποτελεσματικά μέσω συχνής αλλαγής των σημείων έγχυσης, μείωσης της ποσότητας έγχυσης ανά σημείο, αλλά και χρήσης ειδικών αλοιφών.

Οι υποδόρια χορηγούμενες ανοσοσφαιρίνες ως θεραπευτική επιλογή των αυτοάνοσων νευρομυϊκών νοσημάτων προσφέρονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το “Ιατρείο Σκλήρυνσης κατά Πλάκας και νευροανοσολογικών νοσημάτων” της Κλινικής «ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ». 

Σε περίπτωση ενδιαφέροντος, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το “Ιατρείο Σκλήρυνσης κατά Πλάκας και νευροανοσολογικών νοσημάτων” της Κλινικής μας (τηλ. 2310 390.544) για να συζητήσουμε μαζί τη δυνατότητα χορήγησης της εν λόγω θεραπείας στην πάθησή σας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ