ΠΙΣΩ
Ακτινοβολία: Επιπτώσεις στην υγεία
Νικόλαος Ε. Μαγγανάρης
Φυσικός Ιατρικής – Ακτινοφυσικός, M.Sc.



Ως ακτινοβολία ορίζεται η ενέργεια που εκπέμπεται ή μεταδίδεται με τη μορφή κυμάτων ή σωματιδίων. Καλύπτει ένα τεράστιο εύρος δραστηριοτήτων, τόσο φυσικών, όσο και τεχνητών, και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας, χωρίς να γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις μας. Οι ακτινοβολίες χωρίζονται σε 2 κύριες κατηγορίες. Στις ιοντίζουσες και τις μη ιοντίζουσες.


Ιοντίζουσες ακτινοβολίες


Ως ιοντίζουσα χαρακτηρίζεται η ακτινοβολία αυτή η οποία φέρει αρκετή ενέργεια ώστε να προκαλέσει ιονισμούς, την αποκόλληση δηλαδή ηλεκτρονίων από άτομα της ύλης δια μέσω της οποίας διέρχεται. Σε αυτήν ανήκουν οι ακτινοβολίες που χρησιμοποιούνται στην ιατρική διάγνωση και θεραπεία (ακτινογραφίες, σπινθηρογραφήματα, στεφανιογραφίες, ακτινοθεραπεία κ.λπ.), στην παραγωγή ενέργειας, στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, στη βιομηχανία (ραδιογραφήσεις κατασκευών, αποστείρωση). Παρόλα αυτά, φαίνεται πως η μεγαλύτερη έκθεση του ανθρώπου σε ιοντίζουσα ακτινοβολία οφείλεται σε φυσικές πηγές. Αυτές είναι η κοσμική ακτινοβολία, η οποία υπάρχει διάχυτη στο σύμπαν και η έκθεση σε ραδιενεργές ουσίες που υπάρχουν στη φύση μέσα στα πετρώματα, το γρανίτη και το έδαφος και περνούν στον άνθρωπο μέσω της τροφής και της αναπνοής, με κύριο υπεύθυνο το ραδόνιο, που είναι αέριο που εκλύεται από τα υλικά από τα οποία κατασκευάζονται όλα τα σύγχρονα σπίτια. Οι ιοντίζουσες ακτινοβολίες έχουν χαρακτηριστεί επικίνδυνες λόγω της βιολογικής δράσης τους. Για πολύ μεγάλες δόσεις ακτινοβολίας, η έκθεση μπορεί να ακολουθηθεί από άμεση καταστροφή κυττάρων, οργάνων και συστημάτων και να οδηγήσει ενίοτε στο θάνατο του ανθρώπου. Τέτοιες δόσεις παρατηρήθηκαν μόνο σε μεγάλα ραδιολογικά ή πυρηνικά ατυχήματα. Για σχετικά χαμηλές δόσεις, που εφαρμόζονται στην καθημερινότητα, εμφανίζεται η στατιστική πιθανότητα μελλοντικής εμφάνισης καρκίνου, χωρίς να την καθιστά βέβαιη, πιθανότητα όμως που αυξάνεται ανάλογα με την αύξηση της ληφθείσας δόσης. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι βλάβες εκείνες που προκαλούνται στο γενετικό υλικό του κυττάρου, διότι αυτές συνδέονται τόσο με τη μεταβίβαση κληρονομικών ανωμαλιών στους απογόνους, όσο και με τη διαδικασία της καρκινογένεσης.

Ο κίνδυνος βλάβης της υγείας μετά από έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία αποτιμάται με την ποσότητα που χαρακτηρίζεται δόση και μετράται συνήθως σε Sievert (Sv). Υπολογίζεται ότι ο μέσος δυτικός άνθρωπος προσλαμβάνει 2,7 mSv ιοντίζουσας ακτινοβολίας ετησίως και μόλις 0,3 mSv οφείλονται σε τεχνητές πηγές.

Η αποκτηθείσα γνώση μας επιτρέπει με βεβαιότητα να συγκαταλέξουμε τις ακτινοβολίες στους 4000 και πλέον καταγεγραμμένους καρκινογόνους παράγοντες - κατά κανόνα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα της σύγχρονης τεχνολογίας - που υπονομεύουν καθημερινά τη ζωή μας. Στην κλίμακα επικινδυνότητας όμως οι ακτινοβολίες κατατάσσονται στους σχετικά ήπιους καρκινογόνους παράγοντες. Για παράδειγμα, μέση δόση ίση με 2 mSv αντιστοιχεί σε αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης καρκίνου ή γενετικής ανωμαλίας με πιθανότητα 1 προς 10000. Ωστόσο ίδια πιθανότητα έχουν:

  • Το κάπνισμα 150 τσιγάρων (το κάπνισμα 20 τσιγάρων την ημέρα για 20 χρόνια δίνει πιθανότητα θανάτου 1:10)
  • Το ταξίδι 10.000 χλμ. με αυτοκίνητο
  • Η αναρρίχηση σε βράχο για 2,5 ώρες
  • Η εργασία σε βιοτεχνία ρούχων για 4 χρόνια
  • Να είσαι άνδρας ηλικίας 30 ετών ή γυναίκα ηλικίας 35 ετών για ένα μήνα


Στην ιατρική, οι ακτινοβολίες χρησιμοποιούνται ευρέως υπό το πρίσμα ότι καμία ακτινοβόληση δεν πρέπει να πραγματοποιείται παρά μόνο εφόσον το αποτέλεσμα θα φέρει σαφές όφελος στο εκτιθέμενο άτομο και η δόση που θα λάβει θα είναι η ελάχιστη δυνατή και σαφώς εντός των ορίων που έχουν θεσπιστεί από το κράτος. Για τον κοινό πληθυσμό, το όριο δόσης έχει θεσπιστεί στο 1 mSv ανά έτος, ενώ για τους εργαζόμενους σε χώρους με ακτινοβολίες το όριο δόσης είναι 20 mSv ανά έτος, εφόσον τηρούνται όλοι οι κανόνες ακτινοπροστασίας (χρήση μολύβδινων ποδιών, γυαλιά, θωρακίσεις κ.λπ.).

Παρακάτω, παρατίθενται οι δόσεις από τις συνηθέστερες εξετάσεις στον χώρο της Ιατρικής που περιλαμβάνουν ιοντίζουσες ακτινοβολίες.
 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΔΟΣΗ
(mSv)
ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΩΝ ΘΩΡΑΚΑ
Οδοντιατρική ακτινογραφία 0,004 0,2
Ακτινογραφία Θώρακος 0,02 1
Μαστογραφία 0,13 6,5
Ακτινογραφία Σπονδυλικής Στήλης 0,7 35
Αξονική Εγκεφάλου 2 100
Σπινθηρογράφημα Οστών 4,4 220
Αξονική Στεφανιογραφία 8 400
Σπινθηρογράφημα Καρδιάς 9 450
Αξονική Κοιλίας 10 500

 


Μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες


Οι μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες δεν έχουν τη δυνατότητα πρόκλησης ιονισμών, ωστόσο κύριο αποτέλεσμά τους είναι η ταλάντωση των ατόμων των κυττάρων με συνέπεια την αύξηση της θερμοκρασίας τους. Καλύπτουν το μεγαλύτερο κομμάτι του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Σε αυτές ανήκουν τα πεδία πολύ χαμηλών συχνοτήτων (κάτω των 60 Hz) που παράγονται σε ηλεκτροφόρα καλώδια υψηλής τάσης, η ακτινοβολία μικροκυμάτων και ραδιοσυχνοτήτων των σταθμών ραδιοφώνου και των κινητών τηλεφώνων, η υπέρυθρη των λέιζερ, η ορατή και υπεριώδης του ήλιου.

Μονάδα μέτρησής τους είναι η πυκνότητα ενέργειας που είναι ίση με την ενέργεια που προσπίπτει σε μία επιφάνεια δια την επιφάνεια αυτή. Στην περίπτωση του ανθρώπου αυτή ονομάζεται Ειδικός Ρυθμός Απορρόφησης (SAR) και εκφράζει την ποσότητα της ενέργειας που απορροφήθηκε από τον ιστό (W/kg).

Σε αυτό το σημείο επαναλαμβάνεται ότι οι μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες έχουν κυρίως αποτέλεσμα την αύξηση της θερμοκρασίας στους ιστούς, γεγονός που αξιοποιείται ευρέως (φούρνοι μικροκυμάτων, διαθερμίες κ.λπ.), αλλά και που μπορεί να έχει βλαβερές συνέπειες. Ωστόσο, σημειώνεται ότι, όταν η θερμοκρασία πέσει (π.χ. απομακρυνθεί η πηγή θέρμανσης), τότε τα αποτελέσματα υποχωρούν. Επίσης, υπάρχουν διάφοροι θερμορυθμιστικοί μηχανισμοί στον ανθρώπινο οργανισμό (π.χ. αύξηση ροής του αίματος) που επαναφέρουν τη θερμοκρασία του σώματος σε επιθυμητά επίπεδα. Βρέθηκε ότι, για τον άνθρωπο, το SAR άνω του οποίου υπάρχει σαφής εμφάνιση βιολογικών συνεπειών λόγω θερμικής δράσης είναι 4W/kg. Στην Ελλάδα, για τον κοινό πληθυσμό που θεωρείται ότι δεν είναι ενήμερος και είναι διαρκώς εκτεθειμένος σε μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες, θεσπίστηκε το όριο των 0,08 W/kg, δηλαδή 50 φορές μικρότερο της μέγιστης τιμής, που τηρείται για κάθε κατοικημένη περιοχή. Για τοπική έκθεση, όπως π.χ. κατά την χρήση κινητών τηλεφώνων, επιτρέπεται υπέρβαση των ορίων αυτών αν ο ρυθμός απορρόφησης SAR είναι μικρότερος από 1,6 W/kg κατά μέσον όρο για κάθε γραμμάριο (1gr) οποιουδήποτε ιστού της κεφαλής.



Μεγάλο θέμα συζήτησης τα τελευταία χρόνια αποτελούν τα πιθανά μη θερμικά αποτελέσματα της μη ιοντίζουσας ακτινοβολίας και κυρίως λόγω των κινητών. Δυστυχώς, δεν υπάρχει καμία επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη στον κόσμο που να δηλώνει σαφώς ότι υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της πρόκλησης καρκίνων και γενικά συμπτωμάτων από την μακροχρόνια έκθεση σε μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες. Παρόλα αυτά, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δηλώνει πως το θέμα παραμένει υπό έρευνα και για αυτό το λόγο τα επιτρεπτά όρια του SAR μικραίνουν όλο και περισσότερο.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ