ΠΙΣΩ
Επικοινωνία ιατρού και ασθενούς
Δρ. Χριστίνα Καραμανίδου
Ψυχολόγος Υγείας

Ο στόχος μιας καλής επικοινωνίας ανάμεσα στον ιατρό και τον ασθενή είναι α) η δημιουργία καλής και σταθερής θεραπευτικής σχέσης, β) η ανταλλαγή πληροφοριών και γ) η λήψη αποφάσεων που αφορούν τη θεραπεία του ασθενούς.



Συγκεκριμένα, ο ιατρός χρειάζεται πληροφορίες για να διατυπώσει σωστή διάγνωση και να προτείνει κατάλληλη θεραπεία, ενώ ο ασθενής χρειάζεται πληροφορίες για να κατανοήσει τη φύση της ασθένειάς του και να εκτιμήσει την κατάσταση της υγείας του.

Η θεραπευτική σχέση που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του δεσμού ανάμεσα στους δύο συμμετέχοντες, και αφορά στον καθορισμό των θεραπευτικών στόχων και στη διεκπεραίωση των θεραπευτικών δραστηριοτήτων, ορίζεται ως «θεραπευτική συμμαχία». Η δημιουργία μάλιστα της συναισθηματικής σχέσης μεταξύ ιατρού και ασθενούς, στα πλαίσια της θεραπευτικής συμμαχίας, θεωρείται καθοριστικός παράγοντας στην ιατρική φροντίδα και υγεία (Παπαδημητρίου & Παπακώστας, 2002).

Στον ιατρό ανήκει ο πολύ δύσκολος ρόλος να κρατήσει μια ισορροπία: καλείται να εκδηλώνει «ενσυναίσθηση», δηλαδή να δείχνει το κατάλληλο συναισθηματικό ενδιαφέρον και κατανόηση του ψυχισμού του ασθενούς, αλλά συγχρόνως να μπορεί και να τα διαχειριστεί, πράγμα που συχνά προϋποθέτει κάποια απόσταση (Καρκανιάς και συν, 2006).

Έχει αναγνωριστεί εδώ και πολλά χρόνια ότι η σχέση ιατρού και ασθενούς είναι μια πολύ περίπλοκη σχέση με δύσκολες ισορροπίες. Το 1968 όμως αποδείχθηκε ότι υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στον τύπο επικοινωνίας του ιατρού και α) τη συμμόρφωση του ασθενούς, β) την ικανοποίηση του ασθενούς με την ιατρική φροντίδα, γ) την κατανόηση των ιατρικών πληροφοριών, δ) την έκβαση της ασθένειας (Korsch et al).

Παλιότερα, ο ιατρός έπαιρνε απόφαση για τη θεραπεία χωρίς τη γνώμη του ασθενούς. Σήμερα, όλο και περισσότερο ακολουθείται το «συνεταιρικό πρότυπο» σχέσης ιατρού και ασθενούς, όπου η σχέση συνεργασίας βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, στην αναγνώριση του ρόλου τους, στη μοιραζόμενη πληροφόρηση και στην ενεργό συμμετοχή του ασθενούς στη λήψη των αποφάσεων αλλά και στις συνέπειες αυτών.

Φραγμοί και εμπόδια στην επικοινωνία

Η χρήση εξειδικευμένης ορολογίας από το ιατρικό προσωπικό, η οποία δεν είναι κατανοητή από τους ασθενείς, έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία χάσματος στην επικοινωνία. Οι περισσότεροι ασθενείς κατανοούν τις πληροφορίες που τους δίνονται για τις ασθένειες με απλούς όρους. Επιπλέον, έρευνες δείχνουν ότι μόνο στο 1,5% των περιπτώσεων οι ιατροί ρωτούν τους ασθενείς εάν έχουν καταλάβει τι συζητήθηκε κατά τη διάρκεια της εξέτασης (Frankel et al, 2007).



Επίσης, έρευνες δείχνουν ότι οι ιατροί δίνουν έμφαση στη σωστή διάγνωση, όμως δεν γνωρίζουν πώς να ανακοινώνουν άσχημα νέα, ούτε πόσες πληροφορίες πρέπει να προσφέρουν ώστε οι ασθενείς, συχνά σε κατάσταση άγχους, να μπορούν να τις συγκρατήσουν (Walsh, 2004).

Ακόμη, έχει αποδειχθεί ότι κατά μέσο όρο οι ιατροί διακόπτουν τους ασθενείς 18 δευτερόλεπτα αφού έχουν αρχίσει να εξηγούν τους λόγους για την επίσκεψή τους (Beckman & Frankel, 1984), με αποτέλεσμα να μην αναφέρονται όλα τα θέματα που απασχολούν τους ασθενείς κατά τη διάρκεια της επίσκεψης.

Η απόκρυψη πληροφοριών από τον ασθενή αποτελεί ακόμη μια πραγματικότητα. Τα αποτελέσματα διαπολιτισμικής έρευνας της Παγκόσμιας Ψυχο-ογκολογικής εταιρίας δείχνουν ότι η πλήρης αλήθεια σχετικά με τη διάγνωση και την πρόγνωση αποκαλύπτεται μόνο στο 24% των περιπτώσεων στην Ελλάδα, ενώ 89% στη Φιλανδία (1997).

Τέλος, η διεκπεραίωση απαιτούμενων ιατρικών πράξεων που αποτελεί καθήκον του ιατρικού προσωπικού, χωρίς την ταυτόχρονη κάλυψη κοινωνικών και συναισθηματικών αναγκών του ασθενούς, μπορεί να προκαλέσει χάσμα στην επικοινωνία.

Ο ασθενής με τη σειρά του μπορεί να παρεμποδίσει την επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό αποκρύπτοντας από αυτόν σημαντικές για τη διάγνωση και τη θεραπεία πληροφορίες.

Α) Μπορεί ο ασθενής να μην εκμυστηρευτεί στο γιατρό τις προσωπικές του στάσεις ή αντιλήψεις σχετικά με την ασθένεια και την προτεινόμενη αντιμετώπισή της.

Β) Ο ασθενής μπορεί να μην αποκαλύψει πληροφορίες σχετικά με την τήρηση των ιατρικών οδηγιών, δηλαδή με τη συμμόρφωσή του με τη θεραπεία.

Γ) Ο ασθενής μπορεί άθελά του να μην αναφέρει πληροφορίες (π.χ. συμπτώματα) εάν δεν θεωρεί ότι είναι σχετικές με τη συγκεκριμένη πάθηση για την οποία επισκέπτεται τον ιατρό.

Δ) Μπορεί ο ασθενής να αποκρύψει συμπτώματα από φόβο, εάν γνωρίζει ότι προκλήθηκαν επειδή παράκουσε τις εντολές του ιατρού. Επίσης, εάν πιστεύει ότι θα κατηγορηθεί επειδή τα συμπτώματα οφείλονται σε συγκεκριμένη συμπεριφορά που ο ιατρός και το περιβάλλον του δεν εγκρίνουν.

Ε) Υπάρχει περίπτωση ο ασθενής να αποκρύπτει πληροφορίες λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στον ιατρό, εξαιτίας προηγούμενης εμπειρίας ιατρικού λάθους.

Ζ) Μπορεί ακόμα να αποκρύψει το γεγονός ότι συγχρόνως υποβάλλεται και σε παράλληλες θεραπείες (π.χ. εναλλακτικού τύπου θεραπείες).

Η απόκρυψη πληροφοριών όχι μόνο επιδρά αρνητικά στη θεραπευτική σχέση αφού παρεμποδίζει την επικοινωνία, αλλά μπορεί να έχει και δυσάρεστες συνέπειες για την έκβαση της ασθένειας.

Παραβίαση ορίων της θεραπευτικής σχέσης

Η παραβίαση των ορίων της σχέσης ιατρού - ασθενούς μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως η αυτό-αποκάλυψη (αποκάλυψη προσωπικής φύσεως γεγονότων) ή η σωματική επαφή κτλ. (Gutheil & Gabbard, 1993). Η αυτό-αποκάλυψη του ιατρού εγκυμονεί κάποιους κινδύνους, αλλά έχει και θετικές συνέπειες. Συγκεκριμένα, είναι δυνατόν να ενισχύσει το δεσμό μεταξύ του ιατρού και του ασθενούς, ώστε να ωφεληθεί η θεραπευτική σχέση (Malterud & Holnagel, 2005). Όμως η αυτό-αποκάλυψη μπορεί να βγάλει στην επιφάνεια μια ευάλωτη πλευρά του ιατρού. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει ο κίνδυνος ο ασθενής να το εκλάβει ως αντιστροφή των ρόλων και να νιώσει ότι οι δικές του ανάγκες παραμελούνται ή ότι ο ίδιος καλείται να φροντίσει τον ιατρό (Nadelson & Notman, 2002).

Κατά τον ίδιο τρόπο, η σωματική επαφή (π.χ. το άγγιγμα) μπορεί να εκληφθεί είτε θετικά είτε αρνητικά. Πολλοί ιατροί μπορεί να αγγίξουν το χέρι κάποιου ασθενούς για υποστήριξη όταν πρόκειται να του ανακοινώσουν άσχημα νέα. Μπορεί αυτό να μη σημαίνει το ίδιο και για τον ασθενή ή ακόμα η χειρονομία αυτή να παρερμηνευθεί από τον ασθενή ως ένδειξη μιας πιο στενής σχέσης με τον ιατρό (Nadelson & Notman, 2002).

Η πρόθεση παραβίασης των ορίων μπορεί να εκδηλωθεί από τον ασθενή και με τη μορφή απαίτησης περισσότερου χρόνου ή προσοχής από τον ιατρό. Μία τέτοια συμπεριφορά θα μπορούσε να αποτελεί μία μορφή ψυχολογικής αντίδρασης του ασθενούς στην πάθησή του. Μπορεί να εκδηλωθεί με επίμονη αναζήτηση του ιατρού, με εμφάνιση περαιτέρω συμπτωμάτων ή παράταση της ανάρρωσης. Στην περίπτωση αυτή, είναι πιθανόν ο ασθενής πέρα από την προσδοκία ίασης να αντλεί και δευτερογενή οφέλη, όπως προσοχή των σημαντικών άλλων και απαλλαγή καθηκόντων (Παπαδημητρίου & Παπακώστας, 2002).

Εν κατακλείδι
Η σχέση λοιπόν ιατρού - ασθενούς είναι μια υπόθεση λεπτών ισορροπιών που χρήζει ευαισθητοποιημένης προσέγγισης και από τις δύο πλευρές. Η καλή επικοινωνία, η ανταλλαγή πληροφοριών και ο αλληλοσεβασμός είναι βασικοί παράγοντες για την πλήρη επίγνωση, από πλευράς ιατρού, της φύσης της ασθένειας και για την, με επίγνωση, συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπευτική διαδικασία και την καλή έκβαση της ασθένειάς του. Η εμπιστοσύνη διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την εδραίωση μιας υγιούς και αποτελεσματικής θεραπευτικής σχέσης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ