ΠΙΣΩ
Οστεοπόρωση Η σιωπηλή νόσος!  
Βασίλειος Γ. Μποτζάρης
Ειδικός Ρευματολόγος, Υπεύθυνος Ιατρείου Οστεοπόρωσης

Ο όρος οστεοπόρωση ολοένα και συχνότερα «εισβάλλει» στο καθημερινό μας λεξιλόγιο και απασχολεί διαρκώς αυξανόμενο κομμάτι του πληθυσμού - από τον απλό κόσμο που ανησυχεί μήπως πάσχει από αυτήν την όχι και τόσο ξεκάθαρη στο μυαλό των περισσοτέρων νόσο, ως και τον ιατρικό κόσμο, διαφόρων ειδικοτήτων, που αντιμετωπίζει ασθενείς με πόνους από το σκελετικό σύστημα ή/και κατάγματα.
Ορίζοντας την οστεοπόρωση θα λέγαμε ότι αποτελεί το μεταβολικό νόσημα των οστών που αφορά στην ελάττωση της ποσότητας και την διαταραχή της ποιότητας του οστίτη ιστού, με συνέπεια να καθιστά πιο αδύναμα και ευπαθή σε κατάγματα τα οστά. Ετυμολογικά προερχόμενος ο όρος οστεοπόρωση από τις λέξεις οστό πόρος, δηλώνει ακριβώς την διαδικασία δημιουργίας πορώδων, «διάτρητων» οστών, που έχουν χάσει την μηχανική αντοχή τους και είναι επιρρεπή σε κατάγματα. Αποτελεί δε κυρίως νόσο του γηράσκοντος πληθυσμού, καθώς σε μεγαλύτερες ηλικίες - αλλά όχι μεγάλες για την εποχή μας! - φυσιολογικά παρατηρείται μια εξασθένηση του οστού, που αν όμως μείνει αδιάγνωστη και χωρίς αντιμετώπιση θα έχει ως τελικό αποτέλεσμα τα κατάγματα. 

Καθώς λοιπόν στις μέρες μας έχει αυξηθεί το προσδόκιμο επιβίωσης, υπολογίζεται ότι περί τα 200 εκατομμύρια ανθρώπων παγκοσμίως πάσχουν από οστεοπόρωση, μεταξύ των οποίων το 30% των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση σε Ευρώπη και Η.Π.Α. Από αυτές, το 40% θα υποστούν τουλάχιστον ένα κάταγμα ευθραυστότητας, όπως και το 15-30% των ανδρών - η οστεοπόρωση δεν αποτελεί «προνόμιο» των γυναικών, όπως πιστεύουν αρκετοί. Έτσι, 1 στις 3 γυναίκες και 1 στους 5 άνδρες σε όλο τον κόσμο κινδυνεύουν από οστεοπορωτικά κατάγματα, με συνέπεια να συμβαίνει ένα οστεοπορωτικό κάταγμα κάθε 3 δευτερόλεπτα! 

Ο λόγος που μας απασχολούν τόσο τα κατάγματα είναι πως αποτελούν συχνά την μοναδική κλινική εκδήλωση της οστεοπόρωσης, γι’ αυτό και το προσωνύμιο «η σιωπηλή νόσος». Πράγματι, δεν είναι λίγες οι φορές που μετά από ένα κάταγμα ισχίου σε ηλικιωμένο άτομο ή ένα κάταγμα άκρας χειρός σε μια μετεμμηνοπαυσιακή γυναίκα, διαπιστώνεται ότι έπασχαν από οστεοπόρωση - χωρίς αυτό να έχει διαγνωστεί και χωρίς ασφαλώς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή, που ίσως και να είχε αποτρέψει το κάταγμα. Αυτός ακριβώς είναι και ο θεραπευτικός στόχος, να σταματήσει δηλαδή η οστική απώλεια και να ισχυροποιηθεί ο σκελετός αποκτώντας ξανά αντοχή, προλαμβάνοντας έτσι τα κατάγματα. Τα σπονδυλικά κατάγματα, τα κατάγματα ισχίου και τα περιφερικά κατάγματα του άνω άκρου, κερκίδας και ωλένης, είναι τα συχνότερα οστεοπορωτικά κατάγματα και αυτά με τις σπουδαιότερες συνέπειες. Η επίπτωσή τους δε έχει αυξηθεί λόγω της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης. Περίπου 1,7 εκατομμύρια κατάγματα ισχίου συμβαίνουν παγκοσμίως, ενώ στην Ελλάδα η επίπτωση το έτος 1997 υπολογίστηκε για τις γυναίκες άνω των 50 σε 448,87/100.000 και στους άνδρες σε 216,11/100.000. Ιδίως τα κατάγματα ισχίου αποτελούν μείζον πρόβλημα υγείας, λόγω της νοσηρότητας και της θνητότητας που τα συνοδεύει, μια και ένα 20% των θανάτων συμβαίνει τον 1ο μήνα μετά το κάταγμα. Πέρα όμως από την μοιραία κατάληξη, είναι πολύ μεγάλο το κόστος - προσωπικό για τον ασθενή, για την οικογένειά του, αλλά και για την κοινωνία αν υπολογιστεί το οικονομικό κόστος για την περίθαλψη και την αποκατάσταση ασθενών με οστεοπόρωση που έχουν υποστεί σοβαρό κάταγμα. Στην Ελλάδα, η δαπάνη το 2002 λόγω καταγμάτων ισχίου ήταν 42.250.000 ευρώ, ενώ συνολικά για την ενδονοσοκομειακή φροντίδα ασθενών με οστεοπόρωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση δαπανώνται περίπου 4,8 δις ευρώ ετησίως και καταλαμβάνονται 500.000 κλίνες. Εντυπωσιακοί - και τρομακτικοί! - αριθμοί, που η σημασία τους φαίνεται και μετά από σύγκριση με άλλα χρόνια νοσήματα. Διαπιστώθηκε ότι η οστεοπόρωση ευθύνεται για περισσότερες ημέρες νοσηλείας απ’ ό,τι ο διαβήτης, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, ο καρκίνος του μαστού στις γυναίκες και ο καρκίνος του προστάτη στους άνδρες.

Όλα τα παραπάνω καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας στην έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης. Η διάγνωση βασίζεται στην μέτρηση της οστικής πυκνότητας με την μέθοδο της DXA (dual-energy X-ray absorpiometry). Πρόκειται για ειδική ακτινολογική εξέταση που έχει την δυνατότητα να εκτιμά με ακρίβεια πολύ μικρές μεταβολές της οστικής μάζας - όπως αυτές εκφράζονται σε g/cm₂ και μέσω ειδικού λογισμικού να γίνεται σύγκριση του αποτελέσματος με εξετάσεις αναφοράς που έχουν γίνει σε νεότερα άτομα. Έτσι, λαμβάνουμε στο τέλος της εξέτασης - που να τονιστεί πως είναι εντελώς ανώδυνη και με ελάχιστη ακτινοβολία για τον εξεταζόμενο - την ακριβή τιμή της οστικής πυκνότητας για την εξεταζόμενη περιοχή και έναν δείκτη, το T-score, που συγκρίνει με την οστική πυκνότητα νέου ενήλικου ατόμου. 

Η οστική μάζα μπορεί να είναι φυσιολογική (T-score > -1 SD) ή ο ασθενής να πάσχει από οστεοπόρωση (T-score < -2,5 SD) ή οστεοπενία, που είναι το ενδιάμεσο στάδιο αρχικής απώλειας οστικής μάζας, όχι όμως σε επίπεδα οστεοπόρωσης. 
Ποιοι όμως θα πρέπει να υποβάλλονται σε εξέταση για οστεοπόρωση; Κινδυνεύουμε όλοι το ίδιο ή μήπως υπάρχουν παράγοντες κινδύνου που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη; Πρακτικά, όσοι είναι πάνω από 60 ετών, άνδρες και γυναίκες, θα πρέπει να ελέγχονται, υπάρχει ωστόσο σοβαρή πιθανότητα η οστική απώλεια να έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, όπως για παράδειγμα μετά την εμμηνόπαυση στις γυναίκες. Οι παράγοντες κινδύνου γενικά διακρίνονται σε αυτούς που δεν επιδέχονται τροποποίηση, όπως:

• Ηλικία
• Θήλυ φύλο
• Οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης
• Προηγούμενο κάταγμα
• Εθνικότητα
• Εμμηνόπαυση/υστερεκτομή
• Μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών
• Ρευματοειδής αρθρίτιδα και
• Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής υπογοναδισμός στους άνδρες 

και στους παράγοντες εκείνους που μπορεί να επέμβει κανείς, δηλαδή:

• κατανάλωση αλκοόλ
• κάπνισμα
• χαμηλός δείκτης μάζας σώματος
• κακή διατροφή και ελλιπής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D
• ανεπαρκής άσκηση
• συχνές πτώσεις (για παράδειγμα λόγω λήψης φαρμάκων κατασταλτικών του κεντρικού νευρικού συστήματος)

Όσον αφορά στη θεραπευτική, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη παραγόντων κινδύνου και η εξέταση με DXA καταδείξει οστεοπενία ή οστεοπόρωση, υπάρχει πλέον πληθώρα θεραπευτικών επιλογών, ώστε να αναχαιτιστεί η οστική απώλεια και να αποτραπεί το κάταγμα.

Είναι επομένως στο χέρι του καθενός/καθεμιάς να μην αφήσει στην τύχη ένα σοβαρό, αλλά και «ύπουλο» συνάμα ζήτημα υγείας, ευρισκόμενος προ τετελεσμένων γεγονότων, δηλαδή ενός οστεοπορωτικού κατάγματος, αλλά να αναζητήσει εγκαίρως ιατρική συμβουλή ειδικού ρευματολόγου ή ενδοκρινολόγου κυρίως, αλλά και ορθοπεδικού, παθολόγου ή γυναικολόγου σε πρώτη φάση, λαμβάνοντας τα αναγκαία προληπτικά ή θεραπευτικά μέτρα. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ