ΠΙΣΩ
Ιατρείο Οστεοπόρωσης

Η οστεοπόρωση είναι το μεταβολικό νόσημα των οστών, κατά το οποίο ελαττώνεται ποσοτικά η οστική μάζα και διαταράσσεται η αρχιτεκτονική των οστών, με συνέπεια αυτά να καθίστανται λιγότερο ανθεκτικά και επιρρεπή σε κατάγματα. Αυτή η διαταραχή του οστικού μεταβολισμού συχνά συμβαίνει με την πάροδο των ετών και σιωπηρά, χωρίς δηλαδή τις περισσότερες φορές να δίνει συμπτώματα. Γιʼ αυτό συχνά διαγιγνώσκονται ασθενείς ως πάσχοντες από οστεοπόρωση αφού υποστούν οστεοπορωτικό κάταγμα, όπως στο ισχίο, την σπονδυλική στήλη ή την άκρα χείρα. 

Επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η οστεοπόρωση αποτελεί νόσο των καιρών μας, καθώς λόγω της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού πάσχει από αυτή. Σε 200 εκατομμύρια υπολογίζονται παγκοσμίως οι πάσχοντες από οστεοπόρωση, με το 30% των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών σε Ευρώπη και Η.Π.Α. να νοσεί και από αυτές ένα 40% να εκτιμάται πως θα υποστεί ένα ή περισσότερα κατάγματα ευθραυστότητας στο υπόλοιπο της ζωής τους. Κατάγματα που επιφέρουν αύξηση της θνητότητας - ιδίως του ισχίου σε ηλικιωμένους - και ένα τεράστιο κόστος κοινωνικό και οικονομικό στην κοινωνία, αφού 4,8 δις ευρώ δαπανώνται ετησίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την ενδονοσοκομειακή φροντίδα ασθενών με οστεοπόρωση και καταλαμβάνονται 500.000 κλίνες. Αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερες ημέρες νοσηλείας από πολλά άλλα χρόνια νοσήματα, όπως ο διαβήτης, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, ο καρκίνος του μαστού στις γυναίκες και του προστάτη στους άνδρες.

Τα παραπάνω εντυπωσιακά νούμερα καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης. Άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών θα πρέπει να ελέγχονται για οστεοπόρωση, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η απώλεια οστικής μάζας ξεκινά αρκετά νωρίτερα - για παράδειγμα μετά από πρόωρη εμμηνόπαυση στις γυναίκες ή αν υπάρχουν χρόνια νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, που προκαλούν οστεοπόρωση. Οι παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση διακρίνονται γενικά στους σταθερούς, σʼ αυτούς δηλαδή που δεν επιδέχονται τροποποίηση και σε εκείνους που υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης. 

Στους πρώτους συγκαταλέγονται: 

  • Ηλικία
  • Θήλυ φύλο
  • Οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης
  • Προηγούμενο κάταγμα
  • Εθνικότητα
  • Εμμηνόπαυση/υστερεκτομή
  • Μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα και
  • Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής υπογοναδισμός στους άνδρες 

Ενώ εκείνοι στους οποίους μπορεί να επέμβει κανείς είναι:

  • Κατανάλωση αλκοόλ
  • Κάπνισμα
  • Χαμηλός δείκτης μάζας σώματος
  • Κακή διατροφή και ελλιπής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D
  • Ανεπαρκής άσκηση
  • Συχνές πτώσεις (για παράδειγμα λόγω λήψης φαρμάκων κατασταλτικών του κεντρικού νευρικού συστήματος)

Θα πρέπει επομένως έγκαιρα ο ασθενής να αναζητήσει ιατρική συμβουλή, ώστε με την κατάλληλη αγωγή να προληφθεί αν είναι δυνατόν ή να αντιμετωπιστεί έγκαιρα η οστεοπόρωση ή οι συνέπειές της.

Στο Ιατρείο Οστεοπόρωσης της Κλινικής υπάρχουν διαθέσιμα όλα τα σύγχρονα διαγνωστικά μέσα, ώστε μετά από την ενδελεχή λήψη του ιστορικού και τη φυσική εξέταση του ασθενούς να πραγματοποιηθούν οι ενδεδειγμένες παρακλινικές εξετάσεις. Αρχής γενομένης με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας με σύστημα DXA (SiemensDiscovery), όπου με ακρίβεια εκτιμάται η οστική πυκνότητα στο ισχίο και τη σπονδυλική στήλη, λαμβάνουμε δε στο τέλος τον δείκτη (T-score) που συγκρίνει την οστική μάζα του εξεταζόμενου με αυτήν νεαρού/-ής ενήλικα. Αποτελεί τη βάση της εκτίμησης για την κατάταξη του ασθενούς ως πάσχοντα από οστεοπόρωση, οστεοπενία (το πρόδρομο στάδιο) ή ως έχοντα φυσιολογική οστική μάζα. Επίσης, στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο δύναται να πραγματοποιηθούν όλες οι απαραίτητες αιματολογικές εξετάσεις για την εκτίμηση του οστικού μεταβολισμού. Τόσο βασικές βιοχημικές, όσο και πιο ειδικοί δείκτες οστικής απορρόφησης και παραγωγής στις περιπτώσεις όπου απαιτείται πληρέστερος έλεγχος ή/και καλύτερη παρακολούθηση της θεραπείας και των αποτελεσμάτων αυτής. Οι εξεταζόμενοι καλούνται να έχουν μαζί τους εξετάσεις και φάρμακα σε περίπτωση χρόνιων νοσημάτων για πληρέστερη συνεκτίμηση. 

Στόχος είναι, μετά από προσεκτικό και εξατομικευμένο έλεγχο, ο κάθε ασθενής να λάβει οδηγίες και αγωγή που θα τον βοηθήσουν να αντιμετωπίσει έγκαιρα μια νόσο σιωπηρή και με δυνητικά σοβαρές συνέπειες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΕΥΧΟΣ